ΣτΕ 582/2021 : Πράξεις-παράλειψη μεταγωγής κρατουμένου σε κατάστημα κράτησης.

Πράξεις-παράλειψη μεταγωγής κρατουμένου σε κατάστημα κράτησης

Με την 582/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας απερρίφθη ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, αίτηση για την ακύρωση:  α) της 18159 οικ./21.12.2020 απόφασης της Γενικής Γραμματέως Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, με την οποία αποφασίσθηκε η μεταγωγή του αιτούντος στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, β) της “υλικής πράξης” μεταγωγής του, στις 21.12.2020, από το Ειδικό Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Κασσαβέτειας στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού και γ) της παράλειψης της Γενικής Γραμματέως Αντεγκληματικής Πολιτικής να αποφασίσει τη μεταγωγή του αιτούντος από το Κατάστημα Κράτησης Δομοκού στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού. 

Ειδικότερα, με την πιο πάνω απόφαση έγινε δεκτό ότι, ενόψει του κατά τις διατάξεις των άρθρων 93, 94, 95 και 96 του Συντάγματος οργανωτικού σχήματος των χωριστών δικαιοδοσιών, ο έλεγχος τόσο των αποφάσεων και των διαδικαστικών πράξεων των οικείων δικαστικών οργάνων, όσο και πράξεων οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας, οι οποίες εντάσσονται λειτουργικώς, σύμφωνα με το νόμο, στο πλαίσιο της άσκησης της δικαστικής εξουσίας και συνδέονται αναπόσπαστα με την εύρυθμη λειτουργία του οικείου δικαιοδοτικού κλάδου, ιδίως δε με την εκτέλεση των αποφάσεών του και την υλοποίηση των κριθέντων στο διαγνωστικό στάδιο της δίκης, υπάγεται στα δικαστήρια του ίδιου δικαιοδοτικού κλάδου. Για το λόγο αυτόν, κατά την ειδικότερη έννοια του άρθρου 96 παρ. 1 του Συντάγματος, τα ποινικά δικαστήρια, στη δικαιοδοσία των οποίων ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι, είναι αρμόδια για την εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων τόσο κατά το στάδιο της προδικασίας και της κύριας ενώπιόν τους διαδικασίας, όσο και κατά το στάδιο της εκτέλεσης των ποινικών αποφάσεων και της έκτισης των ποινών που επιβάλλονται με αυτές, κατά το οποίο ολοκληρώνεται η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης από την άποψη της πραγματοποίησης της ποινικής αξίωσης της πολιτείας, καθώς και από την άποψη της ειδικής πρόληψης των εγκλημάτων στο πρόσωπο του καταδίκου. Από την κατά τα ανωτέρω δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων δεν εξαιρούνται οι πράξεις ή ενέργειες που επιχειρούνται, σύμφωνα με το νόμο, από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, ανεξαρτήτως του Υπουργείου, στο οποίο ανήκουν, και οι οποίες εντάσσονται από λειτουργική άποψη σε οποιοδήποτε από τα ανωτέρω στάδια απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Οι πράξεις αυτές, ενόψει της προκυπτούσης από τις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος αρχής του ενιαίου της δικαιοδοσίας, δεν δύνανται να ελεγχθούν, κατά παρέκκλιση της εν λόγω αρχής, από δικαστήρια άλλης δικαιοδοσίας πλην των ποινικών, τα οποία έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να κρίνουν την νομιμότητά τους. Τούτο ισχύει ιδίως για τις πράξεις που αφορούν την έκτιση των στερητικών της ελευθερίας ποινών, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως πράξεων ή παραλείψεων μεταγωγής κρατουμένων σε καταστήματα κράτησης, όπως οι προσβαλλόμενες εν προκειμένω [βλ. ΣτΕ 1160/1989 Ολομ., 1359/1970 Ολομ., 1093/1955 Ολομ., 1486/1950 Ολομ., πρβλ. ΣτΕ 1762/2020 επτ., 4427-8/2014 επτ., 2574/2006 επτ., 540/1995 επτ., 168/1956 Ολομ., ΑΠ 918/2008· ο χαρακτηρισμός στη γνωμοδότηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου 2504/1995, που επικαλείται ο αιτών, της παραγγελίας για μεταγωγή κρατουμένου ως «εκτελεστής διοικητικής πράξης» έχει την έννοια, όπως προκύπτει από το ρητό γράμμα της, ότι ο αρμόδιος αξιωματικός της Υπηρεσίας Μεταγωγών «υποχρεούται να εκτελέσει» την παραγγελία «απεριφράστως», χωρίς να δικαιούται να ερευνήσει αν συντρέχουν και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εκδόσεως της παραγγελίας, και όχι ότι, η παραγγελία αυτή είναι διοικητική πράξη προσβλητή παραδεκτώς ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, όπως φαίνεται ότι υπολαμβάνει ο αιτών].
Ενόψει των ανωτέρω, κρίθηκε ότι οι προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πράξεις και παράλειψη εκφεύγουν της δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, για το λόγο δε αυτόν η εν λόγω αίτηση απερρίφθη ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός, εξάλλου, του αιτούντος ότι ενόψει των σχετικών διατάξεων (άρθρα 9 παρ. 3 και 4, 85, 86) του Σωφρονιστικού Κώδικα (ν. 2776/1999) υφίσταται αδυναμία προσφυγής του ενώπιον του κατά τον Κώδικα αυτόν αρμοδίου Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών, συνεπεία της οποίας υφίσταται κίνδυνος αρνησιδικίας και αδυναμίας παροχής σε αυτόν έννομης προστασίας, απερρίφθη ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, πέραν της από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 96 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 2 παρ. 2 του Σωφρονιστικού Κώδικα προκύπτουσας γενικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών να αποφαίνεται επί κάθε προσφυγής κρατουμένου κατά πράξης ή παράλειψης σχετικής με την έκτιση της ποινής, η οποία θίγει τα νόμιμα δικαιώματά του, το άρθρο 9 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα προβλέπει και ρητώς τη δυνατότητά του να προσφεύγει κατά των σχετικών απορριπτικών αποφάσεων της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών, στην οποία Επιτροπή διαβιβάζεται, εντός συντόμου χρονικού διαστήματος, προς οριστική κρίση, κατά την διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Σωφρονιστικού Κώδικα, και η υπόθεση μεταγωγής ή μη κρατουμένου όταν η σχετική απόφαση λαμβάνεται από τον Γενικό Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής για τους λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη. Εφόσον δε η ως άνω Επιτροπή παραλείπει να αποφανθεί επί σχετικού αιτήματος, ώστε να συντρέξει η κατά την ανωτέρω διάταξη τυπική προϋπόθεση για την άσκηση προσφυγής (η απόρριψη δηλαδή για ουσιαστικούς λόγους δύο αιτημάτων μεταγωγής του κρατουμένου), η δυνατότητα του κρατουμένου να προσφύγει ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών, λαμβανομένων υπόψη και όσων ορίζονται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, πρέπει να θεωρηθεί ότι ευρίσκει αυτοτελώς έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Σωφρονιστικού Κώδικα, δια της εφαρμογής της οποίας διασφαλίζεται πλήρως η κρίση της υπόθεσης από τον ορισμένο γι’ αυτήν νόμιμο δικαστή. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι, εν προκειμένω, έχει ήδη εκδοθεί ρητή απορριπτική των αιτημάτων του αιτούντος απόφαση της Κ.Ε.Μ. (από 11.3.2021 πρακτικό-απόφαση), υποκείμενη σε προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου.
 
Πηγή: adjustice.gr
 

ΜεΤοΔικηγόρο - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2020