Περίληψη ΣτΕ 673/2021:Διάλυση Ιεράς Μονής – δικαιώματα μοναχών

ΣτΕ Ολ 673/2021

Πρόεδρος: Α. Ράντος

Εισηγήτρια: Μ. Τριπολιτσιώτη

Διάλυση Ιεράς Μονής – δικαιώματα μοναχών

 

– Οι Ιερές Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι θρησκευτικά καθιδρύματα, τα οποία σκοπό έχουν την άσκηση των εγκαταβιούντων σε αυτές ανδρών ή γυναικών σύμφωνα με τις μοναχικές επαγγελίες και τους περί μοναχικού βίου ιερούς κανόνες και παραδόσεις της Εκκλησίας· ωστόσο, χαρακτηρίζονται από τον νόμο ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου διότι, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 3 του Συντάγματος, το Κράτος ενδιαφέρεται για την εύρυθμη λειτουργία των Ιερών Μονών, οι οποίες προάγουν τον πνευματικό βίο εντός των πλαισίων της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. 

– Οι μοναχοί τελούν σε απολύτως ιδιόρρυθμο καθεστώς, έχοντας υποσχεθεί ότι θα διέλθουν ολόκληρη τη ζωή τους σε αγνεία, ακτημοσύνη και υπακοή προς τον Ηγούμενο, έχοντας παραιτηθεί από τα περισσότερα από τα δικαιώματά τους, στα οποία περιλαμβάνεται η ελευθερία κίνησης και εγκατάστασης, έχοντας παραχωρήσει την περιουσία τους στην οικεία Ιερά Μονή και μη δυνάμενοι, από εκκλησιολογική άποψη, να αποβάλουν το σχήμα του μοναχού, ούτε, καταρχήν, να εγκαταλείψουν τη Μονή της μετανοίας τους. Για τους λόγους αυτούς, η εύρυθμη λειτουργία των Ιερών Μονών και η προστασία της περιουσίας τους αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος τόσο του Κράτους, όσο και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Με τα ανωτέρω δεδομένα, σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η νόμιμη και εύρυθμη λειτουργία μίας Μονής, μεταξύ άλλων και εξαιτίας αδυναμίας διοίκησής της για οποιονδήποτε λόγο, χωρίς να υπάρχει προοπτική επίλυσης των προβλημάτων αυτών εντός εύλογου χρόνου, η Μονή μπορεί να συγχωνευθεί με άλλη Μονή, ή να διαλυθεί με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 3 του Κ.Χ.Ε.Ε. Αδυναμία διοίκησης Ιεράς Μονής συντρέχει και όταν δεν υφίσταται επαρκής αριθμός μοναχών που έχουν τα νόμιμα προσόντα για τη συγκρότηση Ηγουμενοσυμβουλίου, όπως η ελληνική ιθαγένεια, και δεν έχουν κωλύματα κατά το πολιτειακό δίκαιο ή τους Ιερούς Κανόνες, όπως είναι η επιβολή του επιτιμίου της ακοινωνησίας. Η ουσιαστική εκτίμηση για τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων ανήκει καταρχάς στον επιχώριο Μητροπολίτη και τελικά στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

– Εν προκειμένω, από τον χαρακτήρα της επίδικης Ιεράς Μονής ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το ρυθμισμένο από το νόμο καθεστώς που διέπει την ίδρυση, τη διοίκηση, τη λειτουργία και τη διάλυσή της συνάγεται ότι η άσκηση της ελευθερίας της λατρείας των εγκαταβιούντων στη Μονή οριοθετείται νομίμως από το διοικητικό αυτό καθεστώς, με το οποίο εκδηλώνεται το αντίστοιχο ενδιαφέρον του Κράτους. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα ότι δεν ασκούν επιρροή πραγματικά περιστατικά που δεν εμπίπτουν στις προϋποθέσεις του νόμου, όπως η τυχόν εγκαταβίωση μοναχών μη εγγεγραμμένων στο μοναχολόγιο ή η ύπαρξη μοναχών στερούμενων των νόμιμων προσόντων για τη διοίκηση του καθιδρύματος. Περαιτέρω, αν η αδυναμία διοίκησης της Μονής με νόμιμη συγκρότηση Ηγουμενοσυμβουλίου είναι διαρκής, είναι καταρχήν δυνατή η διάλυσή της για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 3 του Κ.Χ.Ε.Ε.,  τέτοια δε περίπτωση διαρκούς αδυναμίας διοίκησης δεν θεραπεύεται με τον διορισμό έγγαμου κληρικού, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.δ. 374/1947, εφόσον η διάταξη αυτή, από τη φύση της, αναφέρεται σε προσωρινή αδυναμία συγκρότησης του παραπάνω οργάνου. Το προσβαλλόμενο π.δ/μα περί διάλυσης της Ιεράς Μονής, λόγω του κανονιστικού χαρακτήρα του, ελέγχεται μόνον από την άποψη της τήρησης των όρων της εξουσιοδοτικής διάταξης και της ενδεχόμενης υπέρβασης των ορίων της, στην προκειμένη δε περίπτωση, κατά το χρόνο έκδοσής του,  συνέτρεχαν πράγματι οι προϋποθέσεις διάλυσης της επίμαχης Ιεράς Μονής, όπως αυτές εκτιμήθηκαν από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα, στα οποία ανήκει η σχετική ουσιαστική κρίση. Ειδικότερα, κατά το χρόνο αυτό, δεν υφίστατο παρά μόνο μία μοναχή, η Ηγουμένη, η οποία συγκέντρωνε όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις, από την άποψη και των πολιτειακών και των ιερών κανόνων, για να είναι σε θέση να διοικήσει την Μονή και η οποία, ωστόσο, ζήτησε τη διάλυσή της. Αντιθέτως, οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν συνέτρεχαν για καμία από τις αιτούσες· στην πρώτη από αυτές ήδη από το έτος 2011 έχει επιβληθεί εκκλησιολογική ποινή αόριστης διάρκειας (επιτίμιο ακοινωνησίας “άχρι καιρού”) που δεν επιτρέπει την άσκηση αυτής της αρμοδιότητας και η οποία δεν συνάγεται ότι πρόκειται να αρθεί σε προβλεπτό χρονικό διάστημα· περαιτέρω από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προέκυπτε και εξακολουθεί να μην προκύπτει ότι η δέκατη και η ενδέκατη από τις αιτούσες είναι μοναχή και δόκιμη μοναχή αντιστοίχως, οι οποίες εγκαταβιούν νομίμως στη Μονή· οι  δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη και ένατη από τις αιτούσες, ως αλλοδαπές, στερούνταν την αναγκαία κατά νόμο προϋπόθεση της ελληνικής ιθαγένειας  για την συμμετοχή τους στο Ηγουμενοσυμβούλιο, το γεγονός δε ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο εκτίμησης των προϋποθέσεων από την εκκλησιαστική διοίκηση, είχαν απλώς υποβάλει αίτηση πολιτογράφησης, δεν αναπληρώνει την επίμαχη κρίσιμη προϋπόθεση, αφού η χορήγηση σε αυτές της ελληνικής ιθαγένειας παρέμενε γεγονός μέλλον και αβέβαιο·  τέλος,  δεν είναι νομικά κρίσιμη για το επίμαχο ζήτημα της ελληνικής ιθαγένειας των αιτουσών η έκδοση αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρικάλων, με τις οποίες ακυρώθηκαν οι ανακλητικές των αδειών παραμονής των λοιπών αλλοδαπών αιτουσών πράξεις. Με τα δεδομένα αυτά δεν προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα περί διάλυσης της Μονής θεσπίστηκε κατά πρόδηλη παραγνώριση των κριτηρίων και των όρων της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 39 παρ. 3 του ν. 590/1977.

– Μειοψηφία: Κατά τη γνώμη ενός Αντιπροέδρου, τεσσάρων Συμβούλων και ενός Παρέδρου, για την ερμηνεία της παραπάνω διάταξης πρέπει να συνεκτιμηθεί η ιδιόρρυθμη φύση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που αποτελεί κάθε Ιερά Μονή, όπως η επίδικη. Ειδικότερα, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι, με βάση τις δεσμεύσεις του μοναχικού βίου,  η επιλογή της Ιεράς Μονής στην οποία ο μοναχός θα εγκαταβιώσει για όλη την υπόλοιπη ζωή του και στην οποία θα ασκεί τα λατρευτικά του καθήκοντα ανήκει στον πυρήνα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του και της θρησκευτικής του ελευθερίας, ειδικότερα δε της ελεύθερης άσκησης της λατρείας (άρθρα 5 παρ. 1 και 13 παρ. 2 του Συντάγματος και 9 της ΕΣΔΑ), διότι οι συνθήκες διαβίωσης και άσκησης της λατρείας μπορεί να διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ των Ιερών Μονών. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι η ένδικη Ιερά Μονή έχει επαρκή αριθμό μοναχών νομίμως εγγεγραμμένων στο μοναχολόγιό της, οι οποίες επιδεικνύουν ισχυρή βούληση παραμονής σε αυτήν, καθώς και πνευματική και οικονομική δραστηριότητα που υποστηρίζεται από τα περιουσιακά της στοιχεία, το δε πρόβλημα στη διοίκησή της ανάγεται στην έλλειψη τριών τουλάχιστον μοναχών ελληνικής ιθαγένειας, οι οποίες να είναι σε θέση να συγκροτήσουν το Ηγουμενοσυμβούλιο.  Με βάση τα παραπάνω και με δεδομένα τόσο τον ιστορικό χαρακτήρα της Ιεράς Μονής, ο οποίος προκύπτει και δεν αμφισβητείται, όσο και το γεγονός ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του προσβαλλόμενου διατάγματος περί διάλυσης  της Μονής οι τρίτη και τέταρτη από τις αιτούσες είχαν ήδη ζητήσει την πολιτογράφησή τους, η διάταξη του άρθρου 39 παρ. 3 του ν. 590/1977, ερμηνευόμενη υπό το φως των άρθρων 5 παρ. 1 και 13 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και 9 της ΕΣΔΑ, έχει την έννοια ότι η διάλυση Ιεράς Μονής είναι μέτρο που κατ’ αρχήν λαμβάνεται σε περιπτώσεις εγκαταλελειμμένων ή αδρανών μονών και όχι σε περιπτώσεις αδυναμίας συγκρότησης του οργάνου διοίκησής τους, για τις οποίες πρέπει να εξαντλούνται οι δυνατότητες που προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία, όπως ο διορισμός κληρικού από τον επιχώριο Μητροπολίτη, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.δ. 374/1974, ενόσω, ενόψει των συνθηκών, διατηρείται βάσιμη ελπίδα αποκατάστασης της δυνατότητας διοίκησης, και εφόσον, πάντως, δεν υπάρχει υπέρβαση του ευλόγου χρόνου, ζητήματα για τα οποία πρέπει να αποφανθούν τα αρμόδια διοικητικά όργανα. Η παραπάνω άποψη επιρρωννύεται εν προκειμένω από τα στοιχεία που προσκόμισαν οι αιτούσες για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, δηλαδή απόφαση Φεβρουαρίου του 2020  του Υπουργού Εσωτερικών περί πολιτογράφησης της τέταρτης αιτούσας και την από 11.04.2019 θετική εισήγηση της αρμόδιας Επιτροπής για την πολιτογράφηση της τρίτης αιτούσας, από τα οποία συνάγεται ότι μέσα σε χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, ενόψει των περιστάσεων, υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο, τα σχετικά με την συγκρότηση Ηγουμενοσυμβουλίου ζητήματα της επίμαχης Ιεράς Μονής βαίνουν προς οριστική διευθέτηση. Κατόπιν τούτων,  σύμφωνα με τη γνώμη που μειοψήφησε, το προσβαλλόμενο διάταγμα δεν έχει εκδοθεί νομίμως.

– Κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, απορριπτέος ο λόγος ακυρώσεως ότι,λόγω της σοβαρότητας των συνεπειών της διάλυσης της Ιεράς Μονής, η μη αναγνώριση στους μοναχούς του δικαιώματος να αποφασίζουν οι ίδιοι για τη διάλυση της μονής στην οποία εγκαταβιούν, συνιστά κατάλυση του δικαιώματος της ελεύθερης λατρείας των πιστών κάθε γνωστής θρησκείας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 παρ. 2 του Συντάγματος, καθώς και του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 της ΕΣΔΑ. Τούτο διότι, το γεγονός ότι οι Ιερές Μονές, όπως η επίμαχη, αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, έχει ως συνέπεια ότι η ρύθμιση της σύστασης και της διάλυσής τους από τον διοικητικό νόμο αντιμετωπίζονται και ως ζητήματα αναγόμενα στην εύρυθμη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας· επομένως, αφού οι αιτούσες δεν αποβάλλουν, με το προσβαλλόμενο π.δ/μα, την ιδιότητα του μοναχού, διασφαλίζεται δε η ακώλυτη συνέχιση των λατρευτικών τους καθηκόντων με την μετεγγραφή τους σε άλλο μοναστικό καθίδρυμα, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος της λατρείας που διασφαλίζεται στο άρθρο 13 του Συντάγματος, περαιτέρω δε τηρείται μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στο δικαίωμα αυτό και στην εξουσία των εκκλησιαστικών και κρατικών αρχών να ρυθμίζουν τα ζητήματα οργάνωσης των θρησκευτικών κοινοτήτων,  η οποία αποτελεί αναγκαίο μέτρο σε δημοκρατική κοινωνία. Κατά τη γνώμη, όπως, της μειοψηφίας, ο λόγος αυτός προβάλλεται βασίμως.


Πηγή: www.adjustice.gr

ΜεΤοΔικηγόρο - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2020