ΜΠρΑθ 27/2021: Αναγνώριση σχέσης έμμισθης εντολής, δικηγόρου εργαζόμενου σε νομική υπηρεσία Τράπεζας, αμειβόμενου μηνιαίως με δελτίο παροχής υπηρεσιών

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμό 27/2021 απόφαση του, αναγνώρισε σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου απασχολούμενου σε νομική υπηρεσία Τράπεζας παρά την απουσία έγγραφης σύμβασης πάγιας αντιμισθίας.

Σύμφωνα με την απόφαση η σχέση του ενάγοντα δικηγόρου και της εναγόμενης Τράπεζας ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πλήρη απασχόληση με πάγια μηνιαία αντιμισθία και όχι αυτή του συνεργάτη δικηγόρου, που παρείχε κάποιες μεμονωμένες νομικές υπηρεσίες έναντι μηνιαίας αμοιβής κατ’ αποκοπήν, όπως υποστήριξε η τράπεζα.

Τα στοιχεία που οδήγησαν το δικαστήριο να αναγνωρίσει τη σχέση αυτή ήταν:

α) Η απασχόληση του ενάγοντος στη διεύθυνση νομικών υπηρεσιών της εναγομένης απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής του δραστηριότητας.

β) Το απαρέγκλιτο καθημερινό ωράριο εργασίας τουλάχιστον οκτάωρης διάρκειας.

γ) Η παροχή των υπηρεσιών του προς την εναγομένη γίνονταν αποκλειστικά στο προοριζόμενο για την στέγαση της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών κατάστημα, με τη χρήση της υποδομής και του εξοπλισμού που αυτό διέθετε, καθώς και με την σύμπραξη των λοιπών εργαζομένων σε αυτή προσώπων, δικηγόρων ή μη, αλλά και εκτός του γραφείου, με την απασχόλησή του σε παραστάσεις ενώπιον των δικαστικών αρχών και για τη διεκπεραίωση εξωτερικών εργασιών. 

δ)Η παροχή των υπηρεσιών του τελούσε  υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της τράπεζας, μέσω των διευθυντών και προϊσταμένων των εκάστοτε αρμόδιων τμημάτων, οι οποίοι παρείχαν οδηγίες και κατευθύνσεις και είχαν τον τελικό λόγο στην φύση και το νομικό χειρισμό των υποθέσεων που του ανατίθεντο.

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος δικηγόρου.

Αναλυτικότερα η Απόφαση: 

Ως προεκτέθηκε, ο ενάγων, από την πρόσληψη του έως την διακοπή της εργασίας του στο κατάστημα της εναγομένης, περί τα μέσα του έτους 2019, απασχολήθηκε ως δικηγόρος με τους προαναφερθέντες όρους και συνθήκες με πλήρες ημερήσιο ωράριο, από ώρα 9.00 έως ώρα 19.00, διεκπεραιώνοντας για λογαριασμό της εναγομένης δικηγορικές εργασίες τις οποίες οι εκάστοτε διευθυντές του τμήματος του ανέθεταν και τις οποίες ανεπιφύλακτα αναλάμβανε, αναλώνοντας τον εργάσιμο χρόνο του αποκλειστικά στην προάσπιση των συμφερόντων της εναγομένης, που του απορροφούσαν το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας του, μην αναλαμβάνοντας, επομένως, προσωπικές υποθέσεις ελλείψει χρόνου προς τούτο. Επιπλέον, η παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος προς την εναγομένη γίνονταν αποκλειστικά στο προοριζόμενο για την στέγαση της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της τελευταίας κατάστημα, με τη χρήση της υποδομής και του εξοπλισμού που αυτό διέθετε, αλλά και με την αρωγή των λοιπών προσώπων, τα οποία επίσης εργάζονταν εκεί κατά περιόδους, ως γραμματείς ή δικηγόροι, για την απαραίτητη προετοιμασία των εκάστοτε ανακυψάντων νομικών ζητημάτων, αλλά και δευτερευόντως εκτός του γραφείου με την απασχόληση του σε παραστάσεις ενώπιον των δικαστικών αρχών και για τη διεκπεραίωση εξωτερικών εργασιών.

Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον η απασχόληση του ενάγοντος στη διεύθυνση νομικών υπηρεσιών της εναγομένης απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής του δραστηριότητας και τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της δια των ορισθέντων ως διευθυντών και προϊσταμένων των αρμόδιων τμημάτων, οι οποίοι του παρείχαν οδηγίες και κατευθύνσεις και είχαν τον τελικό λόγο στην φύση και το νομικό χειρισμό των υποθέσεων που του ανέθεταν, η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πλήρη απασχόληση με πάγια μηνιαία αντιμισθία, μεταξύ της εναγομένης, ως εντολέως και του ενάγοντος ως εντολοδόχου, της σύμβασης αυτής ρυθμιζόμενης από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, και όχι αυτή του συνεργάτη δικηγόρου, ήτοι του απλώς συστεγαζόμενου στο οικείο κατάστημα της εναγομένης, ο οποίος παρείχε κάποιες μεμονωμένες νομικές υπηρεσίες προς τούτη, έναντι μηνιαίας αμοιβής κατ’ αποκοπήν.

[…] Το απαρέγκλιτο καθημερινό ωράριο εργασίας τουλάχιστον οκτάωρης διάρκειας το οποίο εφαρμοζόταν ως προς το σύνολο των δικηγόρων που διατηρούσαν γραφείο εντός του κτιρίου της τράπεζας αποδεικνύεται, εξάλλου, με ενάργεια και αναντίρρητα, από το περιεχόμενο των εγγράφων εσωτερικής αλληλογραφίας που σε ανυποψίαστους χρόνους αντάλλασσαν μεταξύ τους οι εκάστοτε διευθυντές του τμήματος ή οι δικηγόροι για τη διεκπεραίωση αντικειμένων εργασίας όπου πρόδηλα καταδεικνύεται συστηματική προώθηση της αρχής της τήρησης ωραρίου εργασίας ως προς τον ενάγοντα, ως ίσχυε και για τους λοιπούς δικηγόρους απασχολούμενους σε καθεστώς έγγραφης σύμβασης έμμισθης εντολής. Ειδικότερα, η συμβατική δέσμευση του ενάγοντος αναφορικά με την υποχρέωση καθημερινής προσέλευσης και παραμονής κατ’ ελάχιστο αριθμό εργατοωρών στο κατάστημα της εναγομένης προδίδεται από πληθώρα προσκομιζομένων εκ μέρους του ιδίου εγγράφων ανταλλαγής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας με τη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών (διευθυντές, υποδιευθυντές, γραμματείς), όπου κατά περίπτωση γίνεται αποδέκτης μηνυμάτων, με τα οποία α) ενημερώνεται για το εναπομείναν υπόλοιπο αδιάθετων ημερών αδείας αναπαύσεως κατ’ έτος καθώς και τις ακριβείς ημεροχρονολογίες της ήδη χορηθείσας τοιαύτης, που έχει πλέον εξαντληθεί, β) του απευθύνονται συστάσεις για την αποφυγή της σύμπτωσης των θερινών διακοπών του με τους συναδέλφους του δικηγόρους και της ανάληψης δεσμεύσεων προς τρίτους πριν την οριστική έγκριση από την υπηρεσία των επιθυμητών ημερών αδείας, γ) λαμβάνει σαφείς οδηγίες για τον τρόπο υποβολής αιτήματος χορήγησης ειδικής εκλογικής άδειας, με τη σύσταση να συνυποβάλλει το έντυπο τυχόν διορισμού του ως δικαστικού αντιπροσώπου και δ) γίνεται αποδέκτης προσωπικών ερωτημάτων για την ώρα επιστροφής στο γραφείο του κατόπιν της περαίωσης εξωτερικών δραστηριοτήτων επί σκοπώ συμπλήρωσης του τηρούμενου «παρουσιολογίου», καθώς και παρατηρήσεων ως προς την ακριβή ώρα της πρωινής προσέλευσης και την πιστή τήρηση μεσημεριανού διαλείμματος μισής ώρας κατά μέγιστη διάρκεια. Ανεξάρτητα από το νομότυπο της υπόταξης του δικηγόρου σε αυστηρό χρονικό πλαίσιο που προδίδει παράνομη υπαλληλοποίησή του, πάντως είναι γεγονός ότι τούτη η συνθήκη του εργασιακού περιβάλλοντος του ενάγοντος ήταν κοινή και απαράλλαχτη και για τους δικηγόρους που η εναγομένη τράπεζα λόγιζε ως εσωτερικούς τοιούτους, έχοντας μεριμνήσει για την ρύθμιση της μεταξύ των επαγγελματικής σχέσεως στο πλαίσιο έγγραφης σύμβασης παγίας αντιμισθίας.

[…] Ούτε όμως η παραπάνω κρίση, ότι δηλαδή ο ενάγων απασχολήθηκε από την εναγομένη στις εγκαταστάσεις των νομικών υπηρεσιών της κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα ως έμμισθος δικηγόρος με πάγια μηνιαία αντιμισθία και όχι ως συνεργαζόμενος δικηγόρος με μηνιαία κατ’ αποκοπήν αμοιβή, κατά τον αρνητικό της αγωγής σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης αναιρείται εκ του γεγονότος ότι ο ανωτέρω δεν ανέφερε ότι απασχολείται ως έμμισθος δικηγόρος στις ετήσιες δηλώσεις που υπέβαλλε στον Δικηγορικό Σύλλογο, ούτε και είχε ενημερώσει περί αυτού τα ασφαλιστικά του ταμεία, ενώ δεν είχε γνωστοποιήσει την πρόσληψη του δυνάμει τέτοιας σύμβασης στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, όπως υποχρεούτο, παράλειψη, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης αλλά επισύρει πειθαρχική ποινή (βλ σχετ. ΑΠ 653/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, ούτε το γεγονός ότι ο ενάγων υπέγραφε κάθε μήνα έντυπες αποδείξεις για το ποσό που του κατέβαλε μηνιαίως η εναγομένη (1.700,00 ευρώ), στις οποίες περιλάμβανε αντιστοίχιση τμημάτων της αμοιβής του προς το κόστος των παρασχεθεισών υπηρεσιών του ανά Διεύθυνση – Μονάδα της τράπεζας αποτελεί ένδειξη για κατ’ αποκοπή προσφορά εργασίας ως διατείνεται η εναγομένη. Αλλά ούτε και το γεγονός ότι ο ενάγων πέραν του παγίου ποσού των 1.700,00 ευρώ που ελάμβανε ως αμοιβή μηνιαίως από την εναγομένη, εισέπραττε ως επιμίσθιο, επιπρόσθετο χρηματικό ποσό ισόποσο προς την ονομαστική αξία των προεισπράξεων που εξέδιδε για το νομότυπο της παράστασης του σε δικαστήρια για την προάσπιση των συμφερόντων της εναγομένης, για το οποίο, συμπλήρωνε και υπέγραφε ξεχωριστές χειρόγραφες αποδείξεις, στις οποίες αναφέρεται ρητά η αιτία της είσπραξης, λόγου χάριν ότι το αναγεγραμμένο ποσό εισπράττεται για «παράσταση» ενώπιον του εκάστοτε αρμόδιου δικαστηρίου, με συνοδεία έντυπου λογαριασμού νομικών εξόδων, επιρρωνύει κρίση υπέρ της ιδιότητας του ως αμειβόμενος κατ’ αποκοπή, διότι άπασες οι αποδείξεις συντάσσοντο και υπογράφοντο εξ ανάγκης με το συγκεκριμένο περιεχόμενο από τον ενάγοντα, ο οποίος δεν αντιδρούσε στη διατύπωση αυτή που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, προκειμένου να διατηρήσει την εργασιακή του θέση.

Πηγή: dsanet.gr

ΜεΤοΔικηγόρο - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2020