Κωλύματα στην Άσκηση της Δικηγορίας : Ανάγκη διατήρησης ή επανεξέτασης ;

H σημερινή πραγματικότητα της γενικευμένης οικονομικής ύφεσης λόγω της έκρηξης του δευτέρου κύματος της πανδημίας COVID-19 σε συνδυασμό με τις  τεράστιες αλλαγές, που σημειώθηκαν σε ολόκληρη την μνημονιακή περίοδο στην εσωτερική νομοθεσία (φορολογία, τέλος επιτηδεύματος, ΦΠΑ, κώδικας περί δικηγόρων)  αφορώσα τις νομικές υπηρεσίες επαναφέρουν τον δικαιολογημένο προβληματισμό για  την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των έργων, που επιτρέπονται στον Δικηγόρο.

Και ο προβληματισμός αυτός γίνεται πλέον  βάσιμος όταν ο Δικηγόρος κατά τον μεν Κώδικα περί Δικηγόρων χαρακτηρίζεται ως  Δημόσιος Συλλειτουργός στην απονομή της δικαιοσύνης (άρθρα 1,2 Κώδικα περί Δικηγόρων) και εξ αυτής της ιδιότητας του καθορίζονται κωλύματα στην άσκηση του επαγγέλματός του άρθρα 7,8 Κώδικα περί Δικηγόρων, άρθρο 2 παρ.5 του Χάρτη των Θεμελιωδών αρχών του Δικηγορικού Επαγγέλματος του Συμβουλίου των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρώπης/ CCBE) κατά την δε Φορολογική Διοίκηση χαρακτηρίζεται ως Επιτηδευματίας με όλες εξ αυτής της ιδιότητας παρεπόμενες συνέπειες (φορολογικές, ποινικές). Στα ανωτέρω χρήζει εμφαντικής σημείωσης ότι το νομικό έργο και οι δικηγορικές υπηρεσίες, όπως θεματικά προσδιορίζονται στον Κώδικα Δικηγόρων ασκούνται αποκλειστικά και μόνον από το Δικηγόρο και παρέχονται από αυτόν, ώστοσο στην πράξη αυτός ο απαγορευτικός κανόνας καθίσταται κενό γράμμα, καθώς το δικηγορικό έργο  γίνεται αντικείμενο αντιποίησης από άλλες επαγγελματικές ομάδες, σε βάρος των Δικηγόρων και του βιοπορισμού τους.

Ως Δικηγόροι αποκλειόμαστε από μία σειρά οικονομικών δραστηριοτήτων, που η απαγόρευσή τους, ακόμη και με τους ισχύοντες επαγγελματικούς κανόνες,  κρίνεται προβληματική. Για παράδειγμα ο Δικηγόρος, που κληρονομεί από τους γονείς του οριζόντιες ιδιοκτησίες  μπορεί να διαχειριστεί και να αξιοποιήσει την κληρονομιαία περιουσία, ωστόσο τούτο δεν επιτρέπεται αναλογικά στον κληρονόμο αγροτικής γης και ζώων, για να οργανώσει την παραγωγή του και να επενδύσει στα εξαχθέντα προϊόντα (καρποί, κρέας, γάλα), διότι τούτο θα χαρακτηριστεί ως εμπορική πράξη. Επίσης ο Δικηγόρος, ενώ είναι επιτρεπόμενη η ανάληψη εκκαθαριστικού έργου, η συμμετοχή του σε ΔΣ κεφαλαιουχικής εταιρείας, ήτοι η ενασχόληση του με θέματα εμπορικής φύσεως ακόμη και με αμοιβή, κατά παρέκκλιση της θεμελιώδους αρχής της αποκλειστικής ενασχόλησης του Δικηγόρου με τη νομική επιστήμη και την δικηγορία, ωστόσο απαγορεύεται η συμμετοχή σε ομόρρυθμη εταιρεία, ΙΚΕ αλλά και η πρόσκτηση της ιδιότητας του Διευθύνοντος Συμβούλου κεφαλαιουχικής εταιρείας, επειδή με τις δραστηριότητες αυτές ο Δικηγόρος καθίσταται υποκείμενο εμπορικών πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 7παρ.1, περιπτ.δ’ του Επαγγελματικού μας Κώδικα.  Τελευταίο ενδεικτικό παράδειγμα των εμποδίων, που έχουμε κατά την συμμετοχή μας στην οικονομική ζωή είναι ο αποκλεισμός μας από την καινοτομία, την ευρεσιτεχνία και την προοπτική να επενδύσουμε σε προϊόντα δικής μας διάνοιας (legal technology, applications, legal platforms) χωρίς ενδιάμεσους και τρίτους.

Η συζήτηση για την άρση των περιορισμών στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος δεν είναι απλή και σίγουρα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί στην παρούσα τοποθέτηση. Κατά την γνώμη του γράφοντος πρέπει να επαναρρυθμίσουμε αρκετά από τα νομοθετικά κωλύματα στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος (άρθρο 7,8 Κώδικα Περί Δικηγόρων), τα οποία μας αποκλείουν αδικαιολόγητα από ένα μεγάλο κομμάτι της οικονομικής ζωής και της επιχειρηματικής δραστηριότητας και κυριότερα να επιτρέψουμε τις δραστηριότητες εκείνες , που είναι συναφείς με τη νομική επιστήμη και την άσκηση της δικηγορίας. Ασφαλή εχέγγυα για τον ορθό και ορθολογικό  επαναπροσδιορισμό των επιτρεπόμενων έργων από το Δικηγόρο αποτελούν οι δικηγορικές παραδόσεις και η  λειτουργηματική φύση του επαγγέλματός μας με συνεκτίμηση των ισχυόντων επαγγελματικών κανόνων περί κωλυμάτων  σε άλλες δικηγορικές κοινότητες της Ευρωπαϊκής περιφέρειας.   

Νικόλαος Β.Κουτκιάς

Μέλος Δ.Σ   Δ.Σ.Α

Επικεφαλής της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στην CCBE

ΜεΤοΔικηγόρο - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2020