Κώδικας Δικηγόρων και Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία

Η Διαμεσολάβηση αποτελεί τον πιο διαδεδομένο θεσμό εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, αφού δίνει τη δυνατότητα στα μέρη να συζητήσουν και να διαπραγματευτούν μέσα από μια διαρθρωμένη διαδικασία, υπό τον συντονισμό ουδέτερου τρίτου, με εγγυήσεις απορρήτου και χωρίς να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ό,τι ειπώθηκε υπέρ και κατά των μερών, χωρίς καμία δέσμευση ή προϋπόθεση, με δυνατότητα αναιτιολόγητης αποχώρησης και αν τελικά υπάρξει συμφωνία, αυτή να έχει ισχύ τίτλου εκτελεστού.

Στην τελευταία νομοθετική ρύθμιση (Ν. 4690/2019) προβλέφθηκε σε ορισμένες διαδικασίες και είδη διαφορών, η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία, ως υποχρεωτικό προστάδιο ενημέρωσης, με αυστηρές προϋποθέσεις και ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής. Η Υ.Α.Σ. του αρ. 7 απετέλεσε ένα συγκερασμό μεταξύ των απόψεων των θιασωτών της  υποχρεωτικής Διαμεσολάβησης και των προδήλων θεμάτων συνταγματικότητας που θα προκαλούσε μια τέτοια ρύθμιση. Επελέγη μια μέση λύση, όπου έχουμε υποχρεωτική ενημέρωση για τον θεσμό από Διαμεσολαβητή και μάλιστα με αυστηρές διατάξεις περί αυτοπρόσωπης παρουσίας των μερών, όταν κάτι τέτοιο δεν υφίσταται στα πολιτικά Δικαστήρια και εναπόκειται στα μέρη να επιλέξουν αν προχωρήσουν στην καθεαυτή διαμεσολάβηση. Παράλληλα, στο αρ. 3 παρ. 2 του ως άνω Νόμου, θεσπίζεται υποχρέωση έγγραφης ενημέρωσης του εντολέα από τον δικηγόρο για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης, πάλι επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής.

Πέραν όμως των προβλέψεων του Ν. 4690, υπάρχει πλέγμα διατάξεων στον Κώδικα Δικηγόρων και τον Κώδικα Δεοντολογίας που επιβάλλουν στους Δικηγόρους να αναζητούν συμβιβαστικές λύσεις και να ενημερώνουν τους εντολείς τους για τους αντίστοιχους θεσμούς και στους Δικηγορικούς Συλλόγους για την στήριξη και την προώθηση της Διαμεσολάβησης.

Τίθεται επομένως εύλογα το ερώτημα αν, με τις αυστηρές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων/ Δεοντολογίας και την υποχρέωση έγγραφης ενημέρωσης του αρ. 3 Ν. 4640/2019, η Υ.Α.Σ, αποτελεί πλεονασμό που δημιουργεί διαδικαστικές δυσχέρειες, αύξηση υποχρεώσεων του επισπεύδοντος μέρους και δυνατότητα πρόκλησης καθυστερήσεων από το έτερο μέρος.

Η αιτιολόγηση είναι η πληρέστερη ενημέρωση των μερών για την Διαμεσολάβηση από Διαμεσολαβητή αλλά εικάζεται ότι η επιλογή αυτή οφείλεται στην έλλειψη εμπιστοσύνης στους δικηγόρους ότι δεν τους συμφέρει επαγγελματικά και γι’ αυτό θα την «πολεμήσουν».  Χωρίς να αμφισβητείται ότι ενδέχεται να υπάρξουν τέτοιες περιπτώσεις, κατά παράβαση του ΚΔ/ ΚΔΔΛ, αφενός αυτός δεν είναι ο κανόνας, αφετέρου δεν μπορεί να αποκλειστεί και το αντίστροφο, ότι δίδεται η δυνατότητα σε ορισμένους διαμεσολαβητές να προωθήσουν τα δικά τους επαγγελματικά συμφέροντα. Ωστόσο, ο διαμεσολαβητής δεν παύει να είναι «ουδέτερος τρίτος» θεσμικά ενώ ο δικηγόρος, έχει εντολέα, τα συμφέροντα του οποίου οφείλει, με αυστηρό πλέγμα διατάξεων, να υπερασπιστεί δικαστικά και εξώδικα και  κατά τεκμήριο γνωρίζει καλύτερα τις επιθυμίες και τις αντοχές του εντολέα του. Η εξωδικαστική επίλυση είναι επιθυμητή αλλά όχι πάντοτε εφικτή, για πληθώρα λόγων. Επομένως, ο δικηγόρος έχει θεσμική υποχρέωση να ενημερώσει τον εντολέα του για τις δυνατότητες και τα μέσα εξωδικαστικής επίλυσης και πλέον με την έγγραφη ενημέρωση, διασφαλίζεται επαρκώς η προστασία από τυχόν αντιδεοντολογικές πρακτικές. Πέραν όμως της σκοπιμότητας της Υ.Α.Σ., τίθεται και το ζήτημα της σκοπιμότητας της αυτοπρόσωπης παρουσίας, με ελάχιστες δυνατότητες εκπροσώπησης. Θα ήταν αφελές να θεωρήσουμε ότι σε μια εποχή που υπάρχει άφθονη πρόσβαση σε εξειδικευμένες πληροφορίες, ότι κάποιος δικηγόρος θα «αποσιωπήσει» τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση για να προκαλέσει δίκες.

Ακόμη όμως και αν η αυτοπρόσωπη παρουσία στην Υ.Α.Σ. αποτρέπει αυτό το ενδεχόμενο για τα φυσικά πρόσωπα, τίθεται εύλογα το ερώτημα σε τι αποσκοπεί η απαίτηση «αυτοπρόσωπης» παρουσίας στα νομικά πρόσωπα, αφού είναι ασαφές αν ο νομικός παραστάτης μπορεί να εκπροσωπήσει Εταιρεία, ιδίως κεφαλαιουχική, ως υποκατάστατος. Μπορεί άραγε ο Δικηγόρος να παραπληροφορήσει το Δ.Σ. μιας Α.Ε. που θα εκδώσει το πρακτικό εκπροσώπησης, για τις δυνατότητες της Διαμεσολάβησης; Εκτιμούμε πως όχι.

Η Υ.Α.Σ. είναι νέα διαδικασία και δυστυχώς η πανδημία δεν επιτρέπει πλήρη αξιολόγηση δυνατοτήτων και αδυναμιών, αφού περιορίζονται οι πρώτες και επιτείνονται οι δεύτερες. Νομοτεχνικές παρεμβάσεις μπορούν να γίνουν, στην κατεύθυνση της δυνατότητα εκπροσώπησης και του δεσμευτικού ορισμού Διαμεσολαβητή από τον επισπεύδοντα (για την Υ.Α.Σ. και μόνο). Σε βάθος διετίας, μπορεί να γίνει αποτίμηση, με κριτήριο την ελάφρυνση των πινακίων των Δικαστηρίων που είναι ο αντικειμενικός σκοπός των θεσμών εξωδικαστικής επίλυσης.

Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται με καχυποψία οι καθ’ ύλην αρμόδιοι για την προάσπιση των συμφερόντων των εντολέων και δεσμευόμενοι από αυστηρό πλέγμα διατάξεων, ως  «υπονομευτές» ενός θεσμού που ναι μεν δεν αποτελεί πανάκεια αλλά είναι ένα ακόμη πολύτιμο εργαλείο για τον Δικηγόρο.

Ευάγγελος Δάσκας, Δικηγόρος Αθηνών

ΜεΤοΔικηγόρο - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2020