Η χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ

Αναπηρία ή παραμόρφωση: Η διάταξη προϋποθέτει αναπηρία ή παραμόρφωση του παθόντος ανεξαρτήτως αν οφείλεται σε υποκειμενικά ή αντικειμενικά άδικη πράξη. Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου (π.χ  μερική τύφλωση, ακρωτηριασμός ποδιού ή χεριού, μείωση της οράσεως, ακοής κλπ).  Ως παραμόρφωση νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται  όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά και κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Η αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Δύσκολα μπορεί να εμφανισθεί περίπτωση όπου μπορεί να επηρεάζει το μέλλον του προσώπου μια προσωρινή αναπηρία ή παραμόρφωση. Αν η αναπηρία είναι προσωρινή δεν δικαιολογεί αποζημίωση κατά την ΑΚ 931. Είναι δυνατό η προσωρινή αναπηρία να εξελιχθεί σε μόνιμη γιατί ο παθών δεν φρόντισε να την αντιμετωπίσει εγκαίρως. Σε μια τέτοια περίπτωση ο εναγόμενος δύναται να προβάλει κατά του παθόντος, που αξιώνει αποζημίωση από την ΑΚ 931 λόγω μόνιμης αναπηρίας, ένσταση από την ΑΚ 300 για το λόγο ότι ο παθών αδιαφόρησε και δεν μερίμνησε προς τούτο, δηλαδή να ισχυριστεί ότι η αναπηρία ήταν προσωρινή [δεν θα δικαιούταν τότε αποζημίωση από την ΑΚ 931] και ο παθών την άφησε να εξελιχθεί σε μόνιμη για να δικαιολογήσει αξίωση από την ΑΚ 931.

Η νομολογία έχει καταλήξει στην άποψη ότι πρόκειται για ένα χωριστά επιδικαζόμενο εύλογο ποσό που δεν έχει το χαρακτήρα αποζημιώσεως, αφού δεν συνδέεται με συγκεκριμένη ζημία. Το άρθρο 931 ΑΚ είναι εξαιρετικά λιτό και τα δυνάμενα να εμφανιστούν προβλήματα είναι αρκετά. Από τη διάταξη προκύπτει ότι το κέντρο του βάρους πίπτει στην αναπηρία ή παραμόρφωση του σώματος του παθόντος ,ως αποτέλεσμα αδικοπραξίας.

Από τη διατύπωση της διάταξης ,για να είναι νομικώς σημαντική η αναπηρία ή παραμόρφωση ,πρέπει να επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να προκύπτει μια παγιωμένη κατάσταση αναπηρίας ή παραμορφώσεως που φέρει χαρακτηριστικά οριστικότητας και όχι προσωρινότητας, αφού στη δεύτερη περίπτωση, κατά κανόνα, δεν επηρεάζεται το μέλλον του παθόντος προσώπου.

Υπάρχει μια άποψη στη νομολογία που απορρίπτει την αιτούμενη με βάση την ΑΚ 931 αποζημίωση ως προώρως ασκούμενη αν δεν αποδεικνύεται ότι πρόκειται για μόνιμη βλάβη. Παράδειγμα, ο ενάγων τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα και ειδικότερα υπέστη σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Με την αγωγή του ζητά πέραν άλλων κονδυλίων και δαπάνη μελλοντικής πλαστικής επέμβασης για τη μερική αποκατάσταση των ουλών στο πρόσωπό του, οι οποίες βεβαιώνονταν με ιατρικές γνωματεύσεις, αλλά και πρόσθετη χρηματική παροχή του άρθρου 931ΑΚ ισχυριζόμενος ότι έχει υποστεί μόνιμη εφόρου ζωής παραμόρφωση. Το Δικαστήριο απέρριψε ως προώρως ασκηθέν το κονδύλιο με την αιτιολογία ότι «ο ενάγων δεν έχει υποβληθεί στην επέμβαση πλαστικής χειρουργικής για την αντιμετώπιση των ουλών στη μετωπιαία χώρα, από την πραγματοποίηση της οποίας και θα απαιτείτο η παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος, με αποτέλεσμα να μην έχει παγιωθεί και να μην προκύπτει στον παρόντα χρόνο τυχόν μόνιμη βλάβη του ενάγοντος».

Nομολογιακά γίνεται δεκτό ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση δεν σημαίνει πρόκληση κατ’ ανάγκη στον παθόντα περιουσιακής ζημίας, όπως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί σε ανήλικο που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεστεί περιουσιακή ζημία. Το ύψος του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της ΑΚ 932. 

Για το εάν μια δυσμενής σωματική συνέπεια του παθόντος χαρακτηρίζεται ή όχι αναπηρία ή παραμόρφωση ελέγχεται αναιρετικά μέσω του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Η αναπηρία ή παραμόρφωση του προσώπου έχει σημασία εφόσον επηρεάζει το μέλλον του. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής του μέλλοντος του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ελέγχει την επίδραση της μόνιμης αναπηρίας όχι μόνο στο οικονομικό μέλλον του προσώπου, αλλά και στο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό μέλλον. Αν περιορισθεί κατά τη σχετική έρευνα σε ένα τομέα, τότε η απόφαση υπόκειται σε αναίρεση με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Πάντως επιβάλλεται να διευκρινίζεται στην απόφαση ο τρόπος κατά τον οποίο η αναπηρία ή παραμόρφωση επέδρασε στο μέλλον του παθόντος. Επιβάλλεται τόσο στην αγωγή όσο και στην απόφαση να αποφεύγονται ασάφειες και αντιφατικότητες. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί όταν αναφέρεται στην απόφαση ότι ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67%, στη συνέχεια όμως αναφέρεται ότι δεν προέκυψε ότι ο ενάγων εξαιτίας των τραυμάτων του υπέστη μόνιμη και μη ιάσιμη αναπηρία. Στην τελευταία περίπτωση η απόφαση είναι αναιρετέα γιατί ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ιωάννης Γ. Μανουσάκης , Γ.Ι.Μ. Μανουσάκης Δικηγορική Εταιρία

ΜεΤοΔικηγόρο - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2020