Ενιαίο ψηφοδέλτιο τώρα

Του Φώτη Κ. Γιαννούλα

Είναι γνωστή η άβολη και δύσκολη θέση στην οποία βρισκόμαστε πολλοί δικηγόροι Αθηνών και Θεσσαλονίκης πριν από τις εκάστοτε δικηγορικές εκλογές: Ενώ ξεχωρίζουμε έναν μικρό αριθμό υποψηφίων συμβούλων που τους θεωρούμε άξιους να εκπροσωπήσουν το δικηγορικό σώμα στα υπό ανάδειξη διοικητικά συμβούλια των Δικηγορικών Συλλόγων, δεν μπορούμε να τους ψηφίσουμε στο σύνολό τους, διότι συμμετέχουν σε διαφορετικά ψηφοδέλτια.

Η ιδιαιτερότητα αυτή ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 110 του Κώδικα Δικηγόρων, μόνο στους δικηγορικούς συλλόγους που αριθμούν πάνω από 1.000 μέλη, δηλαδή πρακτικά μόνο στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Στους υπόλοιπους 61 δικηγορικούς συλλόγους της χώρας ισχύει ενιαίο ψηφοδέλτιο. Ο ιστορικός νομοθέτης προφανώς έκρινε ότι όπου το εκλογικό σώμα ξεπερνά το πλήθος των 1.000 μελών, οι εκλογείς κατά τεκμήριο δεν γνωρίζουν καλά τους υποψηφίους, οπότε για λόγους προστασίας της βούλησης των εκλογέων από υποψηφίους που «ψαρεύουν σε θολά νερά» έκρινε προτιμότερη την ύπαρξη περισσοτέρων ψηφοδελτίων με παράλληλη πρόβλεψη της υποχρέωσης του εκλογέα να θέτει σταυρούς σε υποψηφίους ενός και μόνον ψηφοδελτίου υποψηφίων συμβούλων.

Τα μειονεκτήματα των χωριστών ψηφοδελτίων είναι πολλά και σημαντικά: Το βασικό μειονέκτημα συνίσταται στο ότι αναγκαζόμαστε να μην εκφράζουμε την πλήρη βούλησή μας ως προς το ποιους θεωρούμεκαταλληλότερους εκπροσώπους μας, καθώς από τους περισσότερους εκλεκτούς, υποχρεωνόμαστε να επιλέξουμε τελικά λιγότερους, ίσως δε και μόνον ένα. Ο υποψήφιος σύμβουλος δεν αρκεί να πείσει τους συναδέλφους του ότι είναι κατάλληλος να τους εκπροσωπήσει, αλλά πρέπει να τους βάλει στην διαδικασία να διαρρήξουν τις σχέσεις τους με άλλους υποψηφίους που συμμετέχουν σε διαφορετικά ψηφοδέλτια.

Το χειρότερο, δε, ίσως είναι ότι εκ των πραγμάτων (λόγω του εκλογικού συστήματος) επιλέγοντας ένα ψηφοδέλτιο, έστω και αν σταυροδοτούμε έναν και μόνον υποψήφιο, ενισχύουμε με την ψήφο μας και άλλα πρόσωπα από το ψηφοδέλτιο που επιλέγουμε, που κάθε άλλο παρά άξια θεωρούμε. Τελικώς, δε, είτε το θέλουμε είτε όχι ενισχύουμε τον επικεφαλής του ψηφοδελτίου εκείνου που έκανε την καλύτερη στρατηγική: Εκείνον που συμπεριέλαβε στο ψηφοδέλτιο λίγους γνήσια δημοφιλείς και το συμπλήρωσε με πολλούς πιστούς του «στρατιώτες» που με διάφορα εκλογικά «κόλπα» καταφέρνουν και πολλαπλασιάζουν την σταυροδοσία τους με την συγκρότηση «τριάδων, τετράδων» και πάει λέγοντας.

Έτσι, ανεξάρτητα από την θέληση του ιστορικού νομοθέτη, ο δικηγορικός συνδικαλισμός στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη σταδιακά εξελίσσεται σε πεδίο ανάδειξης επαγγελματιών συνδικαλιστών και ανθρώπων που αντί να αναδεικνύονται λόγω της βιωματικής συνειδητοποίησης των προβλημάτων του σημερινού δικηγόρου και της εκ του λόγου αυτού αναγνώρισής τους από τους συναδέλφους τους, τελικώς αναδεικνύονται λόγω της συστηματικής ανάπτυξης εκλογικών και ψηφοθηρικών στρατηγικών. Τα τελευταία χρόνια εκλέγονται όλο και περισσότεροι σύμβουλοι «των μηχανισμών» και μειώνονται οι σύμβουλοι που χαίρουν της γνήσιας αποδοχής των συναδέλφων μας.

Περαιτέρω, το ισχύον σύστημα αναγκάζει τους επικεφαλής των συνδυασμών να απευθύνονται ή και να επιστρατεύουν συναδέλφους που δεν έχουν και ιδιαίτερη όρεξη να συμμετάσχουν στις εκλογές, μόνο και μόνο για να συμπληρώσουν τον μαγικό αριθμό 24, μήπως και δοθεί η εντύπωση ότι το «ψηφοδέλτιο της νίκης» δεν έχει τελικά και τόσο όρτσα τα πανιά του.

Θα μπορούσε να προβληθεί ο αντίλογος ότι και σε όσες δικηγορικές εκλογικές διαδικασίες ισχύει ενιαίο ψηφοδέλτιο (βλ. π.χ. ΕΑΝΔΑ), οι «μάχες των μηχανισμών» δεν λείπουν. Ο αντίλογος στον αντίλογο, όμως, είναι ότι όπου διαπιστώνονται θεσμικές ρυθμίσεις που ενισχύουν μια εσφαλμένη πρακτική, οι ρυθμίσεις αυτές πρέπει να αναμορφώνονται. Το ζήτημα είναι ο νόμος να διασφαλίζει την όσο το δυνατόν πιο ελεύθερη έκφραση της βούλησης των εκλογέων και να είναι πλέον στο χέρι των εκλογέων να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά την ελευθερία τους αυτή.

Είναι ξεκάθαρο ότι οι λόγοι που επέβαλαν τα χωριστά ψηφοδέλτια δεν υπάρχουν πλέον, το κυριότερο δε είναι ότι τα προβλήματα που δημιουργούν τα χωριστά ψηφοδέλτια είναι πολύ περισσότερα και πολύ πιο σημαντικά από τον όποιο στόχο αρχικά επιδιωκόταν. Εξάλλου, η δεκαετία του 2010 και οι δικηγορικές εκλογικές αναμετρήσεις που έλαβαν χώρα αποδεικνύουν ότι έχει εκλείψει η αμιγώς παραταξιακή και ιδεολογική συγκρότηση των διαφόρων ψηφοδελτίων, τα οποία κατηγορήθηκαν ότι ενέτειναν τα «θολά νερά» που ήθελαν να διαλύσουν.

Σε έναν χρόνο από σήμερα περίπου έχουμε τις επόμενες δικηγορικές εκλογές και είναι το κατάλληλο χρονικό σημείο, ώστε εγκαίρως και χωρίς κανέναν αιφνιδιασμό να καθιερωθεί το ενιαίο ψηφοδέλτιο και για τους Συλλόγους που αριθμούν πάνω από 1.000 μέλη. Τούτο δε πρέπει να γίνει με νέα νομοθετική παρέμβαση και όχι δια της ευχέρειας που σήμερα παρέχει ο Κώδικας στο άρθρο 110 παρ. 2, δηλαδή με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που όλοι γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι να συγκληθεί. Μια τέτοια νομοθετική παρέμβαση θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, αν την διεκδικήσει και μάλιστα άμεσα το δικηγορικό σώμα.

Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα.

ΜεΤοΔικηγόρο - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2020