Εκπρόθεσμη υποβολή έγκλησης για κατά το προϊσχύσαν δίκαιο αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα και αρ. 464 του νέου Ποινικού Κώδικα

Ως γνωστόν, στον νέο Ποινικό Κώδικα εγκλήματα περιουσιακής ιδίως φύσεως, τα οποία διώκονταν υπό το προϊσχύσαν δίκαιο αυτεπαγγέλτως, μετετράπησαν σε κατ’ έγκλησιν διωκόμενα. Με τη μεταβατική διάταξη του αρ. 464 ΠΚ προβλέφθηκε συναφώς ότι ” εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για την δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται, εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδο τους”, όμοια δε ρύθμιση περιέχεται και στο αρ. 2 παρ.6 του Ν.4637/2019 για την κακουργηματική απιστία.

Με αφορμή την ως άνω διατύπωση της διάταξης του αρ.464 ΠΚ ανέκυψε το ερμηνευτικό ζήτημα, ποία θα πρέπει να είναι η τύχη εκκρεμών ποινικών διαδικασιών με αντικείμενο πράξεις, για τη δίωξη των οποίων απαιτείται πλέον έγκληση κατά τον νέο Ποινικό Κώδικα, οι οποίες είχαν μεν ανοίξει με την υποβολή εγκλήσεως, χωρίς ωστόσο αυτή να έχει υποβληθεί εντός τριών μηνών από τότε που ο δικαιούχος της εγκλήσεως έλαβε γνώση περί της τέλεσης της πράξης, και χωρίς να ακολουθήσει δήλωση του τελευταίου κατ΄αρ. 464 ΠΚ ότι επιθυμεί την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας.

Παράδειγμα: Παθών που έλαβε γνώση περί της τέλεσης απάτης εις βάρος του την 1.1.2019 υπέβαλε έγκληση την 1.5.2019 ( δηλαδή μετά την προθεσμία των τριών μηνών), χωρίς ακολούθως να δηλώσει εντός της προθεσμίας του αρ. 464 του νέου ΠΚ ότι επιθυμεί την συνέχιση της ποινικής δίωξης. Συνεχίζεται η ποινική διαδικασία κανονικά ή θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ελλείψει εγκλήσεως;

Επί του ζητήματος αυτού, ως προς το οποίο δεν φαίνεται να έχει αποκρυσταλλωθεί ακόμη ενιαία νομολογιακή γραμμή, ορθότερη θα πρέπει να θεωρηθεί η άποψη περί συνεχίσεως της ποινικής διαδικασίας ( έτσι λ.χ. και οι Η. Αναγνωστόπουλος, ΠοινΧρ 2020, σ. 492, Κακαβούλης/ Κουμουλέντζος, ΠοινΔικ 2020/331 επ. , ενώ ” μάλλον” υπέρ της αντίθετης άποψης ο Χαραλαμπάκης, Ποιν.Δικ. 2020/276).

Και τούτο πρωτίστως, διότι αφετηρία της τρίμηνης προθεσμίας για την υποβολή εγκλήσεως για τα αδικήματα τα οποία μετετράπησαν με τον νέο Ποινικό Κώδικα σε κατ’ έγκληση διωκόμενα δεν είναι ο χρόνος κατά τον οποίον ο δικαιούχος της εγκλήσεως έλαβε γνώση της πράξης, αλλά ο χρόνος έναρξης ισχύος του νέου Ποινικού Κώδικα, ήτοι η 1.7.2019. Μία έγκληση, συνεπώς, όπως αυτή του ως άνω παραδείγματος μας, η οποία υπεβλήθη για αδίκημα το οποίο δεν εδιώκετο κατ’ έγκληση υπό τον προϊσχύσαντα Ποινικό Κώδικα, προ της ενάρξεως ισχύος του νέου Ποινικού Κώδικα, θα είναι κατ’ ανάγκην εμπροθέσμως υποβληθείσα, πολύ απλά διότι η έγκληση αυτή υφίστατο ήδη εντός του τριμήνου μέσα στο οποίο θε έπρεπε να υποβληθεί!

Το γεγονός, άλλωστε, ότι η εν λόγω έγκληση υποβλήθηκε σε χρόνο προγενέστερο της αφετηρίας της τρίμηνης προθεσμίας για την υποβολή της, δεν επιδρά στο κύρος της, όπως, άλλωστε, δεν θα επιδρούσε, στις συνήθεις περιπτώσεις, η υποβολή μίας εγκλήσεως ( ” διά παν ενδεχόμενον” !) προτού ο παθών λάβει βέβαια γνώση για την τέλεση εις βάρος του αξιόποινου πράξεως.

Η τυχόν υιοθέτηση της αντίθετης άποψης θα είχε ως αποτέλεσμα την ανόμοια μεταχείριση όμοιων περιπτώσεων, αφού ο παθών ο οποίος είχε υποβάλει έγκληση προ της ενάρξεως της προθεσμίας για την υποβολή της ( 1.7.2020) θα έπρεπε να προβεί σε δήλωση συνέχισης κατ’ αρ. 464 ΠΚ, ενώ εκείνος ο οποίος υπέβαλε έγκληση μετά την ως άνω ημερομηνία όχι- και τούτο παρά το γεγονός ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις η έγκληση έχει  υποβληθεί σε χρόνο που υπερβαίνει το τρίμηνο από τον χρόνο που ο δικαιούχος της έλαβε γνώση περί τελέσεως της πράξεως ( στην δεύτερη μάλιστα περίπτωση περισσότερο απ’ ότι στην πρώτη).

Η τρίμηνη προθεσμία του αρ. 114 ΠΚ δεν αποτελεί, άλλωστε, εννοιολογικό στοιχείο του νομικού όρου της εγκλήσεως, η οποία δεν συνιστά τίποτα περισσότερο από την απλή δήλωση βουλήσεως του παθόντος για την άσκηση ποινικής δίωξης. Έγκληση, συνεπώς, υφίσταται ακόμη και όταν αυτή δεν έχει υποβληθεί εντός του τριμήνου του αρ. 114 ΠΚ – μία τέτοια δε έγκληση δύναται κάλλιστα να παραγάγει έννομες συνέπειες, όπως συμβαίνει λ.χ. στην περίπτωση της διάταξης του αρ. 51 ΚΠΔ, η εφαρμογή της οποίας δεν περιορίζεται ασφαλώς μόνο σε εγκλήσεις που έχουν υποβληθεί εντός της προθεσμίας των τριών μηνών. Έτσι, όμως, καθίσταται φανερό ότι η αντίθετη προς την υποστηριζόμενη εδώ άποψη, η οποία απαντά σποραδικώς σε αποφάσεις δικαστηρίων ουσίας, προσθέτει αυθαιρέτως στην διάταξη του αρ. 464 ΠΚ μία προϋπόθεση ( το να έχει υποβληθεί η έγκληση εντός τριμήνου από τον χρόνο γνώσης του δικαιούχου) την οποίαν ο ίδιος ο ποινικός νομοθέτης δεν έθεσε αρκούμενος απλώς κατά την διατύπωση της διάταξης του αρ. 464 ΠΚ στην ύπαρξη ” εγκλήσεως”, χωρίς κατά τα λοιπά να προβλέψει κανέναν άλλο όρο για την ( άνευ δηλώσεως συνέχισης) πρόοδο της αρξάμενης ποινικής διαδικασίας.

Παναγιώτης Δ. Χριστόπουλος, Δικηγόρος – Δ.Ν. , Ειδικός Επιστήμων Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ.

 

 

ΜεΤοΔικηγόρο - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2020