ΔΠΑ 17129/2020, 29ο Τμήμα : Αγωγή αποζημίωσης. Η τοποθέτηση συστήματος αναχαίτισης οχημάτων στο σημείο πρόσκρουσης δεν θα απέτρεπε το θάνατο του συγγενούς των εναγόντων

ΔΠΑ 17129/2020, 29ο Τμήμα 

Με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες αποδίδουν τον θάνατο του Α. στην πλημμελή κατασκευή και συντήρηση της λεωφόρου Σχιστού, στο σημείο όπου συνέβη το εν λόγω ατύχημα, και ειδικότερα στην παράλειψη τοποθέτησης συστήματος αναχαίτισης οχημάτων στην ευρισκόμενη στην ως άνω λεωφόρο διαχωριστική νησίδα, στην πλημμελή συντήρηση του οδοστρώματος, στην εσφαλμένη τοποθέτηση του ευρισκόμενου στο συγκεκριμένο σημείο ιστίου ηλεκτροφωτισμού και στην πλημμελή συντήρηση (καθαρισμό) του υπάρχοντος αγωγού όμβριων υδάτων.

Επειδή, όπως προέκυψε, ο θάνατος του Α. επήλθε συνεπεία σοβαρών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και σοβαρών κακώσεων κοιλίας, οι οποίες προκλήθηκαν εξαιτίας της πτώσης του ευρισκόμενου, στο σημείο όπου συνέβη το ως άνω ατύχημα, ιστίου ηλεκτροφωτισμού, επί της οροφής του αυτοκινήτου στο οποίο αυτός επέβαινε. Η αποκόλληση του ανωτέρω ιστίου από τη βάση του οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στην πρόσκρουση του ως άνω αυτοκινήτου επ’ αυτού, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε συγκεκριμένη πλημμέλεια ως προς την τοποθέτηση ή συντήρηση του εν λόγω ιστίου, ενώ εξάλλου οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι το ως άνω ιστίο είχε τις επικαλούμενες με την κρινόμενη αγωγή διαστάσεις και ότι βάσει των διαστάσεων αυτών έπρεπε να πληρούνται συγκεκριμένες προδιαγραφές για την ασφαλή τοποθέτησή του. Περαιτέρω, αναφορικά με την εκτροπή του εν λόγω οχήματος από την πορεία του, την άνοδό του στην κεντρική διαχωριστική νησίδα και την πρόσκρουση αυτού στο ιστίο ηλεκτροφωτισμού, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψαν τα εξής: Καταρχάς, όπως έγινε δεκτό με την 31223/2016 απόφαση του Γ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας, και συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει της πορείας που διέγραψε το ως άνω όχημα -ανήλθε στη διαχωριστική νησίδα, προσέκρουσε στο ιστίο ηλεκτροφωτισμού, το οποίο αποκολλήθηκε από τη βάση του, και εξήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας-, ο θανών κινείτο με ταχύτητα περί τα 130 km/h. Η ως άνω ταχύτητα ήταν κατά πολύ ανώτερη του επιτρεπόμενου για το σημείο όπου συνέβη το ανωτέρω ατύχημα ορίου (80 km/h) και υπερβολικά υψηλή δεδομένης της μορφολογίας του οδοστρώματος (καμπύλη αριστερά και κατωφέρεια με μικρή οπισθοδρομική κλίση) και της ολισθηρότητας αυτού λόγω της βροχόπτωσης. Από τα στοιχεία, δε, της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι το οδόστρωμα, στο σημείο όπου συνέβη το ως άνω ατύχημα, είχε κακοτεχνίες, και ειδικότερα ότι ο ασφαλτοτάπητας είχε υποχωρήσει, όπως υποστηρίζουν με την κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες, και κατά σημεία έφερε λακκούβες, οι οποίες είχαν καλυφθεί με λιμνάζοντα ύδατα εξαιτίας της προηγηθείσας βροχόπτωσης και φερτά υλικά από την κατασκευαζόμενη παράπλευρα της ως άνω λεωφόρου σιδηροδρομική γραμμή (βλ. την από 15.12.2010 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος των ανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Τροχαίας Αιγάλεω .. και το συνημμένο σε αυτή σχεδιάγραμμα, στα οποία δεν γίνεται σχετική αναφορά).

Περαιτέρω, όπως προέκυψε, κατά μήκος της ανωτέρω διαχωριστικής νησίδας, στο ύψος όπου κινείτο ο θανών, δεν είχε τοποθετηθεί σύστημα αναχαίτισης οχημάτων, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην δέκατη σκέψη, η τοποθέτηση του συστήματος αυτού στο εν λόγω σημείο ήταν ενδεδειγμένη σύμφωνα με τις ισχύουσες, κατά τον χρόνο που συνέβη το ανωτέρω ατύχημα, οδηγίες του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., λόγω της υψηλής συχνότητας καταγραφέντων ατυχημάτων, και πρακτικά εφικτή. Λαμβάνοντας υπόψη, ωστόσο, την ταχύτητα με την οποία κινείτο ο θανών, η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ήταν κατά πολύ ανώτερη του επιτρεπόμενου για το συγκεκριμένο σημείο ορίου και υπερβολικά υψηλή δεδομένων των συνθηκών που επικρατούσαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι η τοποθέτηση συστήματος αναχαίτισης οχημάτων στο εν λόγω σημείο δεν θα απέτρεπε το ως άνω ζημιογόνο γεγονός. Και τούτο διότι, και στην περίπτωση κατά την οποία είχε τοποθετηθεί σύστημα αναχαίτισης οχημάτων κατά μήκος της κεντρικής διαχωριστικής νησίδας, η ταχύτητα με την οποία κινείτο ο θανών, θα επέφερε ούτως ή άλλως το ως άνω ζημιογόνο γεγονός, την άνοδο δηλαδή του οχήματος επί της νησίδας, την πρόσκρουση αυτού στο ιστίο ηλεκτροφωτισμού, την αποκόλληση του τελευταίου από τη βάση του και ακολούθως την πτώση του επί της οροφής του αυτοκινήτου. Κατόπιν τούτων, δεν θεμελιώνεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ευθύνη του εναγόμενου ν.π.δ.δ., σύμφωνα με τα άρθρα 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ., για χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θάνατο του Α. συνεπεία του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος.

ΜεΤοΔικηγόρο - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2020