Το καθήκον δικαστικής καθοδηγήσεως του άρθρου 236 ΚΠολΔ

 

 

*Μαρία Γ. Μανουσάκη-Δικηγόρος, ΜΔΕ Αστικού Δικονομικού Δικαίου-Γ.Ι.Μ. ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

Από τη διάταξη του άρθρου 236 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22§ 5 του Ν. 3994/2001 και ισχύει), πηγάζει ένα γνήσιο δικονομικό καθήκον του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση, να φροντίζει ώστε οι μετέχοντες στη δίκη να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικότερα να τους καλεί να διευκρινίζουν το πραγματικό υλικό της δίκης. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει προφορική διεξαγωγή της δίκης (όπου δεν υπάρχει προφορική συζήτηση, ο δικαστής συχνά καλεί τον αιτούντα/ενάγοντα να συμπληρώσει την αίτηση/αγωγή του), όπως άλλωστε σαφώς προκύπτει και από τη χρήση της έκφρασης «ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση». Η δικαστική καθοδήγηση ναι μεν αποτελεί καθήκον και δεν τίθεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστή (Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να φροντίζει…), πλην όμως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ξεπερνά τα όρια της αμεροληψίας και της ουδετερότητας, ούτε φυσικά και να παραβιάζει και να ανατρέπει το συζητητικό σύστημα. Ο ρόλος του δικαστή είναι να κατευθύνει τους διαδίκους στην συμπλήρωση των ελλιπών και αορίστων ισχυρισμών τους, όταν αυτό είναι δυνατό, όταν δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα δεν προβληθούν με την δέουσα σαφήνεια και πληρότητα, με απώτερο στόχο την επίτευξη της οικονομίας τη δίκης.

     Κατά κανόνα η θεραπεία ενός αόριστου εισαγωγικού δικογράφου, όπως της αγωγής, επιχειρείται από τον ίδιο τον ενάγοντα με τις προτάσεις του, ή με γραπτή δήλωση στα πρακτικά, όπως ορίζει το άρθρο 224 ΚΠολΔ. Πέραν όμως της εφαρμογής του άρθρου 224 ΚΠολΔ, με την εφαρμογή του άρθρου 236 ΚΠολΔ, δίδεται εκ νέου η δυνατότητα στον διάδικο ώστε τυχόν αοριστίες του δικογράφου να αποτρέψουν την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Όμως πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο γεγονός ότι οι ελλείψεις και αοριστίες του προβληθέντος ισχυρισμού είναι μόνον αυτές που αφορούν στην πληρότητα της εκθέσεως των απαιτουμένων πραγματικών περιστατικών και τους νομικούς όρους που παρατίθενται χωρίς την  εξειδίκευση τους μέσω των πραγματικών γεγονότων. Η καθοδηγητική λειτουργία του δικαστηρίου δεν φθάνει μέχρι την κάλυψη της νομικής αοριστίας του προβληθέντος ισχυρισμού αλλά μόνον μέχρι την πραγματική αοριστία. Η διάταξη του άρθρου 236 ΚΠολΔ ναι μεν συνδέεται ρητώς με το νόημα και την εφαρμογή του άρθρου του 224 ΚΠολΔ, πλην όμως το τελευταίο αποτελεί ταυτόχρονα και φραγμό στην εφαρμογή του άρθρου 236 ΚΠολΔ, αφού απαραίτητη προϋπόθεση των συμπληρώσεων των ελλείψεων της αγωγής και των αόριστων ισχυρισμών αυτής  αποτελεί η μη μεταβολή της βάσης της αγωγής.

     Η ρύθμιση όμως του άρθρου 236 ΚπολΔ δεν αφορά μόνον τον ενάγοντα, αλλά κάθε διάδικο, όπως ρητά ορίζεται σε αυτό, και εν προκειμένω και τον εναγόμενο, αφού ο δικαστής οφείλει να τον καθοδηγεί και να τον παροτρύνει να προβεί στις απαραίτητες συμπληρώσεις και διασαφήσεις των ισχυρισμών και ενστάσεων που υποβάλλονται ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

     Όπως αναφέρεται και παραπάνω από τη διάταξη του άρθρου 236 ΚΠολΔ, πηγάζει ένα γνήσιο δικονομικό καθήκον του δικαστηρίου, η παραμέληση του οποίου επιφέρει συγκεκριμένες δικονομικές συνέπειες. Όπου ο Έλληνας νομοθέτης θέλησε τον αποκλεισμό των ενδίκων μέσων το προέβλεψε ρητά. Ανάλογος όμως αποκλεισμός δεν προβλέπεται για το άρθρο 236 ΚΠολΔ.

     Συγκεκριμένα, η οριστική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε, για παράδειγμα, η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω πραγματικής αοριστίας, είναι εσφαλμένη, εάν προηγουμένως ο δικαστής δεν εκμεταλλεύθηκε την διάταξη του άρθρου 236 ΚΠολΔ και δεν καθοδήγησε τον ενάγοντα. Προσβάλλεται επομένως με έφεση η απόφαση, με λόγο εφέσεως την ίδια την παράβαση του 236 ΚΠολΔ. Στο σημείο βέβαια αυτό γεννάται το ερώτημα, εάν, για να είναι ορισμένη η έφεση αυτή, θα πρέπει η συμπλήρωση του ελλιπούς ή αόριστου ισχυρισμού να συμπεριλαμβάνεται ήδη στο δικόγραφο της εφέσεως. Θα είναι επομένως απαράδεκτη η έφεση, εάν ο λόγος εφέσεως περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι ο δικαστής του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν κάλεσε τον εκκαλούντα (ενάγοντα) να συμπληρώσει τον ισχυρισμό του, χωρίς ο τελευταίος να προβάλλει και το πώς θα τον συμπλήρωνε, ή από μόνο του το Εφετείο καλείται να συμπληρώσει τον ατελή ισχυρισμό;

     Κατά την κρατούσα άποψη, ο ίδιος ο διάδικος, εφόσον δέχεται ότι ο ισχυρισμός του είχε προβληθεί ατελώς ή αορίστως, πρέπει επί ποινή απαραδέκτου, να διαλαμβάνει στο δικόγραφο της έφεσης του και με ποιο τρόπο συμπληρώνει τον ισχυρισμό του αυτό, διαφορετικά η έφεση του, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Ο Δικηγόρος όλοι εμείς μαζί - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2019