Το Γενικό Δικαστήριο επικυρώνει την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της AAB Bank ως πιστωτικού ιδρύματος

Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-797/19 | Anglo Austrian AAB και BeleggingMaatschappij «Far-East» κατά ΕΚΤ

Το Γενικό Δικαστήριο επικυρώνει την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της AAB Bank ως πιστωτικού ιδρύματος

Η ανάκληση από την ΕΚΤ δικαιολογείται ιδίως λόγω σοβαρών παραβάσεων της ABB Bank σχετικά με τους κανόνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

Από το 2010, η Österreichische Finanzmarktbehörde (αυστριακή αρχή εποπτείας των χρηματοπιστωτικών αγορών, στο εξής: FMA) εξέδωσε σειρά διαταγών και επέβαλε διάφορες κυρώσεις κατά της AAB Bank, πιστωτικού ιδρύματος με έδρα την Αυστρία. Επί αυτής της βάσης, η FMA υπέβαλε το 2019 στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) σχέδιο απόφασης με σκοπό την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της AAB Bank ως πιστωτικού ιδρύματος. Με την απόφασή της 1 , η ΕΚΤ προέβη στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας. Εκτίμησε κατ’ ουσίαν ότι, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της FMA, οι οποίες προέκυψαν στο πλαίσιο άσκησης της αποστολής της εν λόγω αρχής για προληπτική εποπτεία και αφορούν τη συνεχιζόμενη και επαναλαμβανόμενη μη τήρηση των επιταγών σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και τη μη τήρηση των επιταγών σχετικά με την εσωτερική διακυβέρνηση εκ μέρους της AAB Bank, η τελευταία δεν ήταν ικανή να διασφαλίσει ορθή διαχείριση των κινδύνων της.

Η προσφυγή ακύρωσης κατά της απόφασης της ΕΚΤ απορρίπτεται από το ένατο πενταμελές τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου. Με την απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται για πρώτη φορά επί της ανάκλησης άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος λόγω σοβαρών παραβάσεων της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και λόγω παραβίασης των κανόνων σχετικά με τη διακυβέρνηση των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου 

Καταρχάς, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι εν προκειμένω πληρούνται τα κριτήρια για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας που προβλέπονται στην οδηγία 2013/36 2 και έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο.

Αφενός, ως προς τη διαπίστωση της ΕΚΤ κατά την οποία η AAB Bank κρίθηκε υπεύθυνη για σοβαρές παραβάσεις των εθνικών διατάξεων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας οι οποίες θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας 2005/60 3 4 , το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η ΕΚΤ δεν υπέπεσε σε κανένα πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.

Προκαταρκτικώς, το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι η ΕΚΤ, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της σχετικά με την ανάκληση αδειών λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, υποχρεούται να εφαρμόζει, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις του εθνικού δικαίου με τις οποίες η οδηγία 2013/36 μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη.

Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των αποφάσεων της FMA και των αποφάσεων των αυστριακών δικαστηρίων, η ΕΚΤ εκτίμησε ότι η AAB Bank παραβίασε, επί αρκετά έτη, τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της οδηγίας 2013/36 στην εθνική έννομη τάξη. Συγκεκριμένα, δεν διέθετε κατάλληλη διαδικασία διαχείρισης των κινδύνων με σκοπό την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και είχε κριθεί υπεύθυνη για σοβαρές παραβάσεις, επαναλαμβανόμενες ή συστηματικές, της εθνικής νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ένα πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να κριθεί υπεύθυνο σοβαρών παραβάσεων σύμφωνα με διοικητικές αποφάσεις που εξέδωσε αρμόδια εθνική αρχή, οι οποίες αποτελούν ικανοποιητική βάση, αυτές καθεαυτές, για να δικαιολογηθεί η ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους. Το γεγονός ότι οι παραβάσεις τελέστηκαν στο παρελθόν ή είχαν διορθωθεί δεν είναι κρίσιμο για την στοιχειοθέτηση μιας τέτοιας ευθύνης. Συγκεκριμένα, οι κείμενες εθνικές διατάξεις δεν επιβάλλουν προθεσμία προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι προγενέστερες αποφάσεις με τις οποίες στοιχειοθετείται η ευθύνη. Δεν απαιτείται οι σοβαρές παραβάσεις να συνεχίζονται ή να εξακολουθούν να υφίστανται κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης ανάκλησης της άδειας λειτουργίας, κατά μείζονα λόγο διότι, εν προκειμένω, οι παραβάσεις διαπιστώθηκαν μόνο μερικά έτη πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Όσον αφορά τη θέση της AAB Bank ότι οι παραβάσεις είχαν διορθωθεί και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν πλέον να δικαιολογήσουν ανάκληση άδειας λειτουργίας, το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η εν λόγω προσέγγιση θα υπονόμευε τον σκοπό προστασίας του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, διότι θα επέτρεπε στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν διαπράξει σοβαρές παραβάσεις να συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους για όσο χρόνο οι αρμόδιες αρχές δεν είναι σε θέση να αποδείξουν εκ νέου ότι τα ιδρύματα αυτά διέπραξαν νέες παραβάσεις. Επιπροσθέτως, ένα πιστωτικό ίδρυμα που έχει κριθεί υπεύθυνο για σοβαρές παραβάσεις με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη δεν μπορεί να επικαλεστεί τυχόν παραγραφή των εν λόγω παραβάσεων.

Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει επίσης τα επιχειρήματα με τα οποία η AAB Bank αμφισβητεί τη σοβαρότητα των προβαλλόμενων παραβάσεων.

Συναφώς, υπογραμμίζει ειδικότερα ότι η σοβαρότητα των παραβάσεων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της ΕΚΤ εφόσον, στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την πρόταση της FMA για ανάκληση λειτουργίας, οι οποίες είχαν καταστεί απρόσβλητες κατά την ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αρμόδιες αρχές εκτίμησαν ότι η AAB Bank ευθύνεται για τις εν λόγω παραβάσεις. Επιπροσθέτως, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού διασφάλισης της προστασίας της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς, δεν μπορεί να προσαφθεί στην ΕΚΤ το γεγονός ότι εκτίμησε ότι συστηματικές, σοβαρές και συνεχιζόμενες παραβάσεις της εθνικής νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας έπρεπε να θεωρηθούν ως σοβαρές παραβάσεις που δικαιολογούν την ανάκληση άδειας λειτουργίας.

Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο υιοθετεί την άποψη της ΕΚΤ κατά την οποία η AAB Bank δεν εφάρμοσε τις διατάξεις για τη διακυβέρνηση τις οποίες επιβάλλουν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της οδηγίας 2013/36 5 στην εθνική έννομη τάξη. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει τα επιχειρήματα της AAB Bank σύμφωνα με τα οποία, κατά την ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η ίδια δεν είχε διαπράξει παραβάσεις της νομοθεσίας σχετικά με τις διατάξεις για τη διακυβέρνηση. Επισημαίνει ότι η ερμηνεία κατά την οποία οι παραβάσεις που είχαν τελεστεί στο παρελθόν ή είχαν εξαλειφθεί δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν ανάκληση άδειας λειτουργίας δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στην οδηγία 2013/36 ούτε στο εθνικό δίκαιο.

Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, με την άρνηση αναστολής της εφαρμογής της προσβαλλόμενης απόφασης, η ΕΚΤ δεν υπέπεσε σε κανένα σφάλμα. Παρατηρεί ιδίως ότι η άρνηση της ΕΚΤ να αναστείλει την άμεση εφαρμογή της εν λόγω απόφασης δεν εμπόδισε την AAB Bank να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως και αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων. Επιπροσθέτως, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης έξι ημέρες έπειτα από την έκδοσή της, μέχρις ότου αποφανθεί επί της αιτήσεως λήψης προσωρινών μέτρων. Συνεπώς, δεν μπορεί να διαπιστωθεί καμία προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε τηρουμένων των δικαιωμάτων άμυνας της AAB Bank. Διευκρινίζει ότι η AAB Bank καλώς έτυχε ακροάσεως κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Πράγματι, της παρασχέθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της σχετικά με το σχέδιο της εν λόγω απόφασης. Αντιθέτως, η ΕΚΤ δεν όφειλε να γνωστοποιήσει στην AAB Bank το σχέδιο απόφασης της FMA και να της παράσχει τη δυνατότητα να αντιδράσει επ’ αυτού.

Επιπροσθέτως, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, εν προκειμένω, η ΕΚΤ δεν παρέλειψε να καθορίσει, να εξετάσει και να εκτιμήσει με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας. Συγκεκριμένα, η ΕΚΤ ορθώς δήλωσε, κατόπιν της δικής της εκτίμησης, ότι συμφωνούσε με τις διαπιστώσεις της FMA ως προς τη διάπραξη παραβάσεων εκ μέρους της AAB Bank, η δε διάπραξη αυτή επιβεβαιώθηκε τόσο από τις διοικητικές αποφάσεις της FMA όσο και από τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων. Ολοκληρώνοντας την εκτίμησή της, η ΕΚΤ έκρινε ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης αποδείκνυαν ότι η AAB Bank κρίθηκε υπεύθυνη σοβαρής παράβασης της εθνικής νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ομοίως, η ΕΚΤ δεν περιορίστηκε στο να αναπαραγάγει τους ισχυρισμούς της FMA σχετικά με τη μη τήρηση, εκ μέρους της AAB Bank, των αναγκαίων επιταγών για τη διακυβέρνηση. Αντιθέτως, η ΕΚΤ στηρίχθηκε στη δική της εκτίμηση για την τήρηση των κρίσιμων εθνικών διατάξεων.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει τον λόγο ακυρώσεως που προβάλλει η AAB Bank κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση έπληξε την οικονομική αξία των μεριδίων που κατείχε η μέτοχός της επί του κεφαλαίου της και προσέβαλε τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας της εν λόγω μετόχου. Δεδομένου ότι η AAB Bank δεν είναι δικαιούχος του εν λόγω δικαιώματος, δεν μπορεί να το προβάλει προς στήριξη της προσφυγής ακύρωσης που άσκησε.

Πηγή: curia.europa.eu

ΜεΤοΔικηγόρο - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2020