Η εγκατάλειψη θύματος τροχαίου ατυχήματος ως τεκμήριο μέθης και η απαλλαγή του ασφαλιστή – Σχολιασμός της υπ’αρ. 4173/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών αδημ. (διαδικασία αυτοκινήτων)

 

 

*Σωκράτης Βερτέλλης, Δικηγόρος, LLM, DEA

Κατά το αρ. 42 παρ. 1 Ν 2696/1999 (ΚΟΚ) ο οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αλκοόλης που ανιχνεύτηκε στον οργανισμό του είναι 0,50 mg/lt με την μέθοδο της αιμοληψίας και 0,25 mg/lt με τη μέθοδο του εκπνεόμενου αέρα (χαμηλότερα είναι τα όρια για επαγγελματίες οδηγούς και οδηγούς δικύκλων). Εξάλλου, στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι όποιος αρνείται να υποβληθεί σε έλεγχο τεκμαίρεται ότι το ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα του είναι άνω 1,10 mg/lt σύμφωνα με τη μέθοδο της αιμοληψίας. 

Το ανωτέρω άρθρο είναι εξόχως σημαντικό για το ασφαλιστικό δίκαιο και ειδικότερα για την ασφάλιση οχημάτων καθώς το ΠΔ 237/1986, όπως έχει τροποποιηθεί, με το αρ. 6Β παρ. 1 περίπ. 2 δίνει στον ασφαλιστή τη δυνατότητα να απαλλαγεί έναντι του ασφαλισμένου του όταν κατά το ατύχημα αυτός τελεί υπό την επήρεια μέθης και η τελευταία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το συμβάν, γεγονός που πρέπει να προκύψει από τις αποδείξεις (ασφαλιστικό βάρος). 

Εκτός από τις ‘καθαρές’ περιπτώσεις όπου η μέτρηση λαμβάνει χώρα άμεσα, οπότε υπάρχει σαφής εικόνα για την κατάσταση του οδηγού κατά το χρόνο του ατυχήματος, τα δικαστήρια έχουν έρθει επανειλημμένως αντιμέτωπα και με περιπτώσεις όπου ο υπαίτιος οδηγός αποχώρησε από το σημείο του συμβάντος και συλληφθείς ακολούθως διαπιστώθηκε να βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αλλά σε συγκέντρωση χαμηλότερη από αυτή που προβλέπει ο νόμος ώστε να επέλθει απαλλαγή από την ασφαλιστική κάλυψη. Σε πολλές από αυτές τις υποθέσεις, τα δικαστήρια λαμβάνοντας υπόψη και το χρόνο που είχε παρέλθει από το ατύχημα μέχρι τη σύλληψη, κατέληξαν ότι αν η μέτρηση είχε λάβει χώρα αμέσως, η συγκέντρωση οινοπνεύματος στον οργανισμό του υπαίτιου οδηγού θα είχε βρεθεί σε μεγαλύτερα από τα επιτρεπτά όρια και έτσι, συνυπολογιζομένων και των λοιπών συνθηκών (σφοδρότητα σύγκρουσης, μαρτυρίες αναφορικά με την συμπεριφορά του οδηγού κλπ.), δέχτηκαν την αγωγή με την οποία ο ασφαλιστής αναζητούσε από τον ασφαλισμένο ό,τι κατέβαλε στον τρίτο παθόντα. 

Σε άλλα, πάλι, ατυχήματα, οι οδηγοί αρνήθηκαν να υποβληθούν σε μέτρηση. Στις περιπτώσεις αυτές τα δικαστήρια διευκολύνθηκαν καταφεύγοντας στη μεγάλης χρησιμότητας διάταξη της παρ. 6 του αρ. 42 ΚΟΚ που εισάγει τεκμήριο, βάσει του οποίου εφόσον ο οδηγός αρνηθεί τη μέτρηση λογίζεται ότι τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε συγκέντρωση άνω 1,10 mg/lt σύμφωνα με τη μέθοδο της αιμοληψίας.

Ωστόσο, από την εμπειρία μας, μέχρι την έκδοση της υπ’αρ. 4173/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δεν είχε υπάρξει ποτέ μέχρι τώρα απόφαση και δη ανώτερου δικαστηρίου, η οποία να εφαρμόζει αναλογικά το τεκμήριο αυτό και σε περίπτωση όπου ο οδηγός δεν αρνείται μεν να υποβληθεί σε μέτρηση πλην όμως εγκαταλείπει το σημείο, χωρίς αργότερα να συλληφθεί. 

Εν συντομία η υπόθεση είχε ως εξής: ιδιοκτήτης ογκώδους ΙΧ οχήματος προσέκρουσε με σφοδρότητα σε προπορευόμενο όχημα το οποίο εξετράπη σε αγρούς με συνέπεια τον ακαριαίο θάνατο της συνοδηγού και τον τραυματισμό της οδηγού. Κατά την άφιξη της τροχαίας ο οδηγός έδειξε την άδεια στον αστυνομικό αλλά γυρίζοντας στο αυτοκίνητό του δήθεν για να φέρει και το ασφαλιστήριο εξαφανίστηκε πεζός. Το Δικαστήριο με μία άκρως εμπεριστατωμένη απόφαση δέχτηκε ότι: α) λαμβανομένων υπόψη των μαρτυρικών καταθέσεων , απ’όπου  προέκυπτε ότι ο οδηγός εθεάθη να πίνει προηγουμένως σε μπαρ της περιοχής, ο τελευταίος ήταν μεθυσμένος και αποχώρησε προκειμένου να αποφύγει την μέτρηση, επομένως συντρέχει η περίπτωση του αρ. 42 παρ. 6 ΚΟΚ και β) επιπλέον δεδομένου του τρόπου που έλαβε χώρα το δυστύχημα, η μέθη του οδηγού τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα και συνεπώς έσφαλε το Πρωτοδικείο που απέρριψε την προταθείσα ένσταση απαλλαγής του ασφαλιστή.

Η θέση αυτή του δικαστηρίου παρά το γεγονός ότι για να εφαρμόσει το τεκμήριο του αρ. 42 παρ. 6 ΚΟΚ δεν αρκείται μόνο στην εγκατάλειψη αλλά συνεκτιμά και μαρτυρίες αναφορικά με την προ του ατυχήματος κατάσταση του οδηγού, εντούτοις προβαίνει σε μία καθ’ημάς πρωτοποριακή και απόλυτα ορθή, τελολογική ερμηνεία του νόμου ανοίγοντας το δρόμο ώστε περιπτώσεις εγκατάλειψης, εκτός από την – δυστυχώς – άνευ ιδιαίτερης αποτρεπτικής ισχύος διοικητική ποινή και ποινική κύρωση που επισύρουν, να έχουν μία ουσιαστική, αρνητική επίπτωση στον ασυνείδητο οδηγό, αφού τελικώς αυτός θα κληθεί να αποζημιώσει τον ασφαλιστή για τα υπέρογκα ποσά που ο τελευταίος ενδεχομένως καταβάλει στους τρίτους. 

Προσωπικά θεωρούμε ότι η απόφαση αυτή μπορεί και πρέπει να αποτελέσει προάγγελο ,ώστε η εγκατάλειψη αφ’εαυτής να αποτελεί τεκμήριο μέθης, αφού στην πραγματικότητα εγκαταλείποντας το θύμα του ο υπαίτιος οδηγός δεν κάνει τίποτα λιγότερο από το να αρνείται κατ’ουσίαν να υποβληθεί σε όλη τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος, άρα και στην μέτρηση του οινοπνεύματος στον οργανισμό του. 

ΜεΤοΔικηγόρο - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2020