Δελτίο Τύπου – Επί του Σχεδίου Νόμου για τη Διαμεσολάβαση

Ο θεσμός της διαμεσολάβησης αναμφισβήτητα αποτελεί έναν εξαιρετικά σημαντικό θεσμό, ο οποίος δύναται να λειτουργήσει ποικιλοτρόπως θετικά παράλληλα με τον θεμελιώδη, για κάθε κράτος δικαίου, θεσμό της δικαιοσύνης. Ήδη από την ψήφιση του Ν.3898/2010 μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος του δικηγορικού κόσμου αγκάλιασε τον εναλλακτικό αυτό τρόπο επίλυσης διαφορών. Δυστυχώς, δεν έπραξε το ίδιο το κράτος, που ενώ υπήρχαν οι δυνατότητες και οι προϋποθέσεις να υποστηρίξει έμπρακτα τη διαμεσολάβηση, σε συνεργασία με τον δικηγορικό και εν γένει νομικό κόσμο, προωθώντας αυτήν με κατάλληλα μέσα και μεθόδους, ώστε να ενημερωθεί επαρκώς η κοινωνία για τα οφέλη από την επιλογή της, ωστόσο πολύ λίγα έπραξε για την καθιέρωση του θεσμού.

Σήμερα, λοιπόν, αντί να επιδιωχθεί ένας ουσιαστικός διάλογος για την προάσπιση, προώθηση και επέκταση του θεσμού της διαμεσολάβησης, με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων και ενδιαφερόμενων μερών, η κυβέρνηση έθεσε – όλως προσχηματικώς, όπως αποδεικνύεται από το χρόνο που επελέγη και τη διάρκεια αυτής – σε διαβούλευση Σχέδιο Νόμου για τη Διαμεσολάβηση, μέσω του οποίου προωθείται η επιβολή της υποχρεωτικής υπαγωγής ενός πολύ μεγάλου εύρους ιδιωτικών διαφορών στη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Ενημερωνόμαστε, δε, ότι σε πολύ λίγες ημέρες από σήμερα το Σχέδιο Νόμου αυτό θα ψηφιστεί στη Βουλή. Ωστόσο, ήδη από τον τρόπο και τον χρόνο που επέλεξε η κυβέρνηση να επιβάλει την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης είναι σχεδόν βέβαιο ότι η ίδια υποσκάπτει την επιτυχία του νόμου αυτού, όταν και όπως ψηφιστεί. Ήδη ο διάλογος που αναπτύσσεται στον δικηγορικό κόσμο επί του Σχεδίου Νόμου, με θετικές και αρνητικές αιτιάσεις επ’αυτού, αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση όφειλε να αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο ζήτημα με πολύ μεγαλύτερη σοβαρότητα.

Πέραν των εύλογων αντιρρήσεων που εγείρονται από πολλές πλευρές, και μάλιστα και από αρκετούς εκπαιδευτές διαμεσολαβητών, και που, μεταξύ άλλων, εστιάζουν στη φύση του θεσμού της διαμεσολάβησης, η οποία είναι ενάντια στην υποχρεωτική επιβολή αυτής, και μάλιστα «επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης του ένδικου βοηθήματος» (!!), αλλά και σε ζητήματα συνταγματικότητας, είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται για έναν ακόμα πειραματισμό στο πολύπαθο σώμα της ελληνικής δικαιοσύνης. Ακόμα μια φορά, και μάλιστα σε ένα τόσο σημαντικό σχέδιο νόμου, που αλλάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την άσκηση της δικηγορίας και την απονομή της δικαιοσύνης όπως τη γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, απουσιάζουν πλήρως ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να υποστηρίξουν κάπως βασίμως τις επιχειρούμενες αλλαγές. Καμία έκθεση αξιολόγησης και καμία μελέτη επιπτώσεων δεν έχει παρουσιαστεί. Η επιδιωκόμενη με το Σχέδιο Νόμου επιτάχυνση της δικαιοσύνης στη χώρα μας, κινείται για άλλη μια φορά στα τυφλά. Η σχέση επιδιωκόμενου οφέλους – ζημίας αφήνει και πάλι την κυβέρνηση παντελώς αδιάφορη, εν ονόματι μιας ωφέλειας που είναι απολύτως απροσδιόριστη και αβέβαιη. Υπενθυμίζουμε και την πρόσφατη τροποποίηση του ΚΠολΔ για τις «εκατό ημέρες», που ενώ αρχικώς φάνηκε ότι θα μπορούσε να επιτύχει το σκοπό της επιτάχυνσης, σήμερα πλέον αποδεικνύεται ότι και η προσπάθεια αυτή έχει βαλτώσει, καθώς και τότε η κυβέρνηση δεν έλαβε υπόψη της τα εμπειρικά, ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα. Και ασφαλώς, είναι βέβαιο ότι παραβιάζεται και η αρχή της αναλογικότητας, καθόσον για ένα πολύ μικρό μέρος υποθέσεων που ενδεχομένως θα επιλύεται μέσω της υποχρεωτικής υπαγωγής στη διαμεσολάβηση η μεγάλη πλειοψηφία θα επιβαρύνεται με υπέρμετρα οικονομικά και δικονομικά βάρη, πριν την εν τέλει προσφυγή της στη δικαιοσύνη.

Δεν δίδεται, επίσης, καμία εξήγηση βάσει ποιών εκτιμήσεων και ποιών στοιχείων έγινε η επιλογή των συγκεκριμένων κατηγοριών υποθέσεων (άρθρο 5 παρ.1Α) και όχι κάποιων άλλων ή όλων.

Παράλληλα, ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί να πείσει ότι με αυτό το Σχέδιο Νόμου επιχειρείται η εναρμόνιση μας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, στην πραγματικότητα ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την από 26-8-2016 Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη διαμόρφωση του θεσμού της διαμεσολάβησης στις χώρες της Ε.Ε., υποχρεωτικότητα του θεσμού υφίσταται μόνο σε 5 χώρες, εκ των οποίων μόνο στην Ιταλία σε μεγάλο εύρος υποθέσεων ενώ στις υπόλοιπες εκ των χωρών αυτών κυρίως σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Αντιθέτως, στην πλειοψηφία των χωρών επιχειρείται η προώθηση της διαμεσολάβησης μέσω της χορήγησης οικονομικών κινήτρων. Μάλιστα, στην ίδια Έκθεση επισημαίνεται το ζήτημα της ακώλυτης πρόσβασης στη δικαιοσύνη βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, καθώς και το γεγονός ότι η πλειοψηφία των κρατών-μελών και των ακαδημαϊκών είναι αντίθετη στην υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης. Τέλος, τονίζεται ότι «βέλτιστη πρακτική» για την υποστήριξη του θεσμού της διαμεσολάβησης είναι η παροχή οικονομικών κινήτρων από τα κράτη (πχ μειωμένα δικαστικά έξοδα για τα μέρη που προηγουμένως έχουν προσφύγει σε διαμεσολάβηση).

Αυτή, λοιπόν, την ευρωπαϊκή πραγματικότητα η κυβέρνηση την αγνοεί και, αντ’αυτής, επιλέγει να πειραματιστεί ξανά στα τυφλά.

Ασφαλώς, μεταξύ των σοβαρών αντιρρήσεων μας κατά τα ανωτέρω, αποτελεί και η υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση των μερών που θα εξαναγκάζονται σε υπαγωγή σε διαμεσολάβηση, η οποία βεβαίως θα ξεπερνά συνολικά κατά πολύ το ποσό των 250 ευρώ που προβλέπεται στο άρθρο 17 του Σχεδίου Νόμου, σε μια εποχή που η χώρα μας βρίσκεται σε βαθιά και παρατεταμένη οικονομική κρίση, και κατά την οποία ούτως ή άλλως τα δικαστικά έξοδα έχουν αυξηθεί σημαντικά. Μια τέτοια, λοιπόν, επιπλέον επιβάρυνση θα συνεπάγεται συχνά την αδυναμία εν τέλει πρόσβασης του πολίτη στη δικαιοσύνη.

Τέλος, δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί εκ μέρους του δικηγορικού σώματος και μια διαφαινόμενη τάση να επιτρέπεται η προσφυγή των πολιτών στη διαμεσολάβηση άνευ της συμπαράστασης δικηγόρου, όπως αυτή εκφράζεται με την πολύ πρόσφατη απόφαση του ΔΕΚ της 14-6-2017 (C-75/16) [σκέψεις 64 και 65 «Κατά συνέπεια, εθνική νομοθεσία δεν δύναται να επιβάλει στον καταναλωτή ο οποίος μετέχει σε διαδικασία ΕΕΔ την υποχρέωση να επικουρείται υποχρεωτικώς από δικηγόρο»], με όλους τους κινδύνους που μια τέτοια εξέλιξη θα συνεπαγόταν τόσο για τους πολίτες όσο και για το θεσμό της διαμεσολάβησης.

Για όλους τους ως άνω επιγραμματικά αναφερόμενους λόγους, σε συνδυασμό με τις ενστάσεις που ήδη αναπτύσσονται και από λοιπούς συναδέλφους μας στο Δ.Σ. αλλά και άλλα μέλη της δικηγορικής κοινότητας, τασσόμαστε εναντίον του ως άνω Σχεδίου Νόμου.

Αντιθέτως, τασσόμαστε υπέρ της ενίσχυσης του θεσμού της διαμεσολάβησης με τους κάτωθι συνοπτικά τρόπους:

  • προώθηση-ενημέρωση της κοινωνίας με κάθε δυνατό τρόπο για τη σημασία και τα οφέλη του θεσμού της διαμεσολάβησης.
  • παροχή σημαντικών οικονομικών κινήτρων για την επιλογή της διαμεσολάβησης, κατά τα πρότυπα των λοιπών χωρών της Ε.Ε. κατά τα ανωτέρω.
  • ενίσχυση της υποχρεωτικότητας ουσιαστικής ενημέρωσης των μερών για το θεσμό της διαμεσολάβησης,, όπως αυτή προβλέπεται κατ’αρχήν στο άρθρο 5 παρ.2 του Σχεδίου Νόμου, αλλά με βελτιωτικές τροποποιήσεις αυτού.
  • εφαρμογή της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης σε ορισμένες μόνο υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Η «πιλοτική» αυτή εφαρμογή της υποχρεωτικότητας θα μας δώσει άλλωστε σημαντικά στοιχεία για τη σκοπιμότητα επέκτασης της και σε άλλες υποθέσεις σε βάθος χρόνου και υπό αυστηρές θεσμικές προϋποθέσεις.

 «Ο Δικηγόρος – όλοι εμείς, μαζί»

Ο Δικηγόρος όλοι εμείς μαζί - Δημήτρης Αναστασόπουλος © 2017